Η γέννηση του φιλοσοφικού λεξιλογίου των αρχαίων Ελλήνων, η σταδιακή διαμόρφωση της περίφημης φιλοσοφικής ορολογίας τους, ήταν απόρροια συγκεκριμένων συνθηκών, ουσιαστικών δηλαδή προϋποθέσεων που ώθησαν τους εκπροσώπους της πρώιμης αρχαϊκής φιλοσοφίας στην ενασχόληση με το πρόβλημα της ουσίας της φύσης. Οι διδασκαλίες των πρώτων ελλήνων φιλοσόφων, των αποκληθέντων φυσικών (Φυσικών δόξαι είναι ο τίτλος του μεγάλου έργου του Θεόφραστου που αναφέρεται σε αυτούς), βασίστηκαν εν πρώτοις στα όσα ανέφεραν για τη φύση και τη δημιουργία του σύμπαντος οι παλαιοί ποιητές, όπως ο Ησίοδος, ο πατέρας του διδακτικού έπους (η Θεογονία του συνιστά μια πρώτη απόπειρα εκλογίκευσης και συστηματικής οργάνωσης στον τομέα της θεολογικής σκέψης και της γένεσης του κόσμου). Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι στο στοχασμό τους ενυπάρχει μέχρις ενός σημείου η θεολογία – με άλλα λόγια, το πρόβλημα της ουσίας της φύσης είναι σε κάθε περίπτωση και πρόβλημα παρουσίας του θεϊκού μέσα σε αυτήν.
Ένας άλλος υποβοηθητικός παράγοντας ήταν η προγενέστερη διανόηση και η συναφής με εκείνη γλώσσα. Κατ’ αρχάς, πολυάριθμες λέξεις στην προ της φιλοσοφίας (άλλως πως μη φιλοσοφική) γλώσσα εξέφραζαν τις έννοιες της αντίληψης και της γνώσης: ρήματα όπως το γιγνώσκω, το επίσταμαι, το μανθάνω, το νοώ, το οίδα και το συνίημι, αλλά και ουσιαστικά όπως η γνώμη, η γνώσις, η δόξα και η επιστήμη.
Πέραν τούτων, στην εμφάνιση και ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης συνέβαλαν καθοριστικά οι ποικίλες μορφές, χρήσεις και σημασίες του ρήματος ειμί στην πέραν της φιλοσοφίας γλώσσα. Το ειμί, ως γνωστόν, λειτουργεί κατ’ αρχήν ως υπαρκτικό (που δηλώνει ύπαρξη) και ως συνδετικό (που ενώνει το υποκείμενο ή το αντικείμενο με το κατηγορούμενο, προκειμένου να αποδοθεί ορισμένη ιδιότητα) ρήμα, αλλά παρουσιάζει επιπροσθέτως μια ευρεία γκάμα εννοιολογικών αποχρώσεων (παραδείγματος χάριν, ζω ή υπάρχω στη ζωή, είμαι πραγματικά ή στ’ αλήθεια και όχι φαινομενικώς, υπάρχω διαρκώς). Ο καίριος ρόλος του συγκεκριμένου ρήματος οφείλεται στην άμεση συσχέτισή του με την ίδια την ύπαρξη (το είναι), την αληθινή υπόσταση ενός όντος, την παρουσία του στον κόσμο, κάτι που ανέκαθεν αποτελούσε το μείζον αντικείμενο προβληματισμού. Είναι χαρακτηριστικό επί του προκειμένου ότι στην προαναφερθείσα Θεογονία του Ησιόδου περιγράφεται ήδη αφενός μεν μια εξέλιξη (γίγνεσθαι), αφετέρου δε μια κατάσταση (είναι) που δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου στον κόσμο στον οποίον είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε.
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, παλαιότατη έκδοση έργων του Ησιόδου (Βενετία, 1537).