Τα τελευταία τρία χρόνια η Κίνα έχει μεταβληθεί σε μια χώρα μάλλον κλειστή, η οποία δεν δέχεται επισκέπτες ούτε επιτρέπει στους πολίτες της να ταξιδεύουν στο εξωτερικό χωρίς πολυήμερη καραντίνα

Σεμια δύσκολη συγκυρία για την κινεζική κυβέρνηση, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ μετέβη προχθές στο Πεκίνο και συναντήθηκε με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ. Οι σινοευρωπαϊκές σχέσεις βρίσκονται στη χειρότερη φάση τους μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και συνεπώς η απόφαση του Μισέλ να μην ακυρώσει την επίσκεψη παρά τις διαδηλώσεις που γίνονται στην Κίνα εναντίον των αυστηρών μέτρων για την καταπολέμηση του COVID-19 εντάσσεται στην προσπάθεια της Ευρώπης να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τον ασιατικό γίγαντα. Η απουσία, βέβαια, της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο η Ευρώπη έχει ενιαία γραμμή – ακόμα και σε επίπεδο Βρυξελλών και όχι μόνον κρατών – μελών.
Αυτή τη στιγμή, οι σινοευρωπαϊκές σχέσεις επηρεάζονται άμεσα από την αμερικανική εξωτερική πολιτική έναντι της Κίνας. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν υιοθετεί τη σκληρή αμερικανική προσέγγιση ούτε επιθυμεί την έναρξη ενός νέου ψυχρού πολέμου, ο οποίος θα έχει επικίνδυνα χαρακτηριστικά λόγω της τεχνολογικής προόδου και της εξέλιξης των οπλικών συστημάτων. Βέβαια, σε περίπτωση μεγάλης κρίσης είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα στοιχηθούν πίσω από την Ουάσιγκτον, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Μια μεγάλη κρίση μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή στο στενό της Ταϊβάν, στη Νότια Σινική Θάλασσα, στην Κορεατική Χερσόνησο, ίσως και αλλού.

Ο βασικός λόγος, όμως, για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ενωση χρειάζεται την Κίνα, ακόμα και μέσα στο καινούργιο γεωπολιτικό περιβάλλον, είναι η οικονομία. Ενώ πολλοί μιλούν για ανάγκη αποσύνδεσης, τα νούμερα δείχνουν ακριβώς το αντίθετο, τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Από τη μία πλευρά, ο τζίρος των εμπορικών συναλλαγών αυξάνεται. Από την άλλη, οι επενδύσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών στην Κίνα, για την ακρίβεια ορισμένων μεγάλων γερμανικών, γαλλικών, και ολλανδικών ομίλων, επίσης αυξάνονται. Ο COVID-19 και η πολιτική των μηδενικών κρουσμάτων της κινεζικής κυβέρνησης επηρεάζουν ίσως τις μικρές ευρωπαϊκές εταιρείες που θα καλοέβλεπαν την κινεζική αγορά υπό κανονικές συνθήκες, αλλά όχι τους κολοσσούς που συνεχίζουν να επενδύουν με αμείωτο ρυθμό. Στο τέλος της ημέρας, βέβαια, οι κολοσσοί είναι αυτοί που κάνουν τη διαφορά και όχι οι μικρές εταιρείες.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας βλέπει τα νούμερα και εξακολουθεί να μαγνητίζει κάποιες εταιρείες. Για αυτό ο Σι Τζινπίνγκ υπενθύμισε προχθές τη σημασία της κινεζικής αγοράς στον Σαρλ Μισέλ. Η προσέγγιση αυτή εξυπηρετεί προσώρας το Πεκίνο, αλλά μάλλον είναι κάπως κοντόφθαλμη. Το εμπόριο και οι επενδύσεις λίγων ομίλων δεν αρκούν για να ανακόψουν τη διαρκώς επιδεινούμενη πορεία των σινοευρωπαϊκών σχέσεων.

Τα τελευταία τρία χρόνια η Κίνα έχει μεταβληθεί σε μια χώρα μάλλον κλειστή, η οποία δεν δέχεται επισκέπτες ούτε επιτρέπει στους πολίτες της να ταξιδεύουν στο εξωτερικό χωρίς πολυήμερη καραντίνα. Πράγματι, ο αριθμός των νεκρών από τον COVID-19 είναι πολύ μικρός στην Κίνα, και αυτό πιστώνεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα και στην πολιτική των μηδενικών κρουσμάτων. Ωστόσο, τα συνεχή αυστηρά lockdown έχουν τεράστιο αντίκτυπο στους ίδιους τους κινέζους πολίτες, αλλά και στη σχέση της χώρας με τη Δύση. Αν η κινεζική κυβέρνηση δεν αλλάξει ρότα τους επόμενους μήνες, τότε όχι μόνο κινδυνεύει να εκνευρίσει περαιτέρω τους πολίτες της που πλέον έχουν κουραστεί από τους τακτικούς εγκλεισμούς στα σπίτια τους, αλλά και να αποξενώσει την Ευρωπαϊκή Ενωση, περιορίζοντας το αντικείμενο των σινοευρωπαϊκών σχέσεων σε λογιστικούς υπολογισμούς.

Ο Γιώργος Ν. Τζογόπουλος είναι λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Νίκαιας (CIFE), Senior Fellow στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) και στο Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών Μπέγκιν – Σαντάτ

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr