Εις μνήμην του Δημήτρη Παντερμαλή

«Δεν μπορούμε απλώς να λέμε ότι η πολιτιστική μας κληρονομιά είναι η βαριά μας βιομηχανία, να βαυκαλιζόμαστε, να το γράφουν οι εφημερίδες με μεγάλα γράμματα και να μην κάνουμε τίποτα. Είναι τουλάχιστον περίεργο να πηγαίνει κανείς σ’ αυτούς τους χώρους που τους τραγούδησε ο Όμηρος, που γεννήθηκε η Δημοκρατία, και να βλέπει σκουπίδια ή να μην καταλαβαίνει τι έχει μπροστά του. Δεν υπάρχει πολιτισμένη χώρα στον κόσμο που να έχει τέτοιους θησαυρούς και να μην κάνει κάτι γι’ αυτούς».

«Είναι κατ’ αρχήν παράδοξο ότι συζητούμε στη χώρα μας τι είναι πολιτισμός. Αυτό είναι ξεκαθαρισμένο σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. Είμαστε η μόνη χώρα που ο καθένας πιστεύει ότι αυτό που κάνει αυτός είναι πολιτισμός. Βεβαίως είναι χαριτωμένο που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα με έναν ζωηρό τρόπο όλα αυτά τα θέματα. Είναι ίδιον του τόπου μας, της ιστορίας μας, του παρελθόντος μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και το καλύτερο».

«Στην Ελλάδα έχουμε ανθρώπους καλλιεργημένους, που όμως βρίσκονται σε μια μοναξιά. Στην καθημερινή μας ζωή όμως –την αστική ζωή– θα λέγαμε ψέματα ότι έχουμε κάποιον πολιτισμό. Ξέρετε, οι χωρικοί πολλές φορές είναι πιο πολιτισμένοι. Διότι έχουν κανόνες συμπεριφοράς, ασχέτως τού αν μας αρέσουν ή όχι. Και πρέπει να πω ότι βρίσκω στη γλώσσα τους έναν πλούτο που δεν απαντάται στη γλώσσα που μιλάμε στα αστικά κέντρα. Χώρια που διαθέτουν μιαν αμεσότητα στη συμπεριφορά που οι υπόλοιποι την έχουμε χάσει».

«Μας πιάνει ένα είδος μανίας για ορισμένα πράγματα. Επιδεικνύουμε συνεχώς ενοχές. Η σχέση μας με τους ξένους, για παράδειγμα, είναι τόσο αλλοπρόσαλλη που ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά που καθόμαστε σ’ ένα τραπέζι με ξένους εταίρους η ελληνική στάση πρέπει να είναι ή ψευδοϋπεροπτική ή δουλική. Χάθηκε μια ισορροπημένη σχέση;»

*Αποσπάσματα από συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Δημήτρης Παντερμαλής στην Κάτια Πετροπούλου το 1997 (εφημερίδα «Τα Νέα», 4 Ιανουαρίου 1997).

«Έχει μια αυθεντικότητα αυτός ο λαός – στοιχείο που μπορεί να σε κάνει αισιόδοξο. Δεν έχει ξεφτίσει. Χρειάζεται να τον οδηγήσεις. Χρειάζονται μόνο μικρές διορθωτικές κινήσεις».

«Θα προτιμούσα να είμαι μόνιμος κάτοικος Δίου. […] Καμιά φορά ναι [πάω και στο καφενείο του χωριού], αλλά δεν παίζω και πρέφα μαζί τους… Είναι η απόσταση που σας έλεγα. Πρέπει να την κρατάς. Αλλιώς καταλύεται και το τελευταίο σκαλοπάτι οικειότητας. Μετά γίνεσαι φίλος… Είμαι δικός τους, αλλά όχι φίλος. Χρειάζεται πάντα μια μικρή απόσταση με τους ανθρώπους. Είναι όπως με την όραση. Χρειάζεται μια απόσταση για να δεις σωστά. Αλλιώς το είδωλο παραμορφώνεται, το βλέμμα είναι μυωπικό…»

«Δεν υπάρχει παρόν. Το σκεφτήκατε ποτέ; Με το που λέμε τώρα, η έννοια καταλύεται προτού ολοκληρωθεί ο ήχος της λέξης… Υπάρχει μόνο παρελθόν και μέλλον. Πρέπει να προλάβουμε. Η ζωή είναι κίνηση, εναλλαγή, συνεχής δράση. Η πλήρης γαλήνη είναι… άλλο».

*Αποσπάσματα από συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Δημήτρης Παντερμαλής στη Βίκυ Χαρισοπούλου το 1998 (εφημερίδα «Τα Νέα», 5 Φεβρουαρίου 1998).

Απαντήσεις αυθόρμητες, λόγια σταράτα, από ένα σπουδαίο επιστήμονα –από ένα σπουδαίο άνθρωπο μάλλον– με νου διαυγή και συμπεριφορά ανεπιτήδευτη.

Οι προσωπικές του αντιλήψεις για την περίφημη πολιτιστική μας κληρονομιά, για το σύγχρονο πολιτισμό (;) μας, για τον ποθούμενο πολιτισμό της καθημερινότητας.

Για την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στους κατοίκους των αστικών κέντρων και στους κατοίκους της υπαίθρου.

Για την αυθεντικότητά μας, για τις μανίες μας και τα ενοχικά μας συμπλέγματα, για την αλλοπρόσαλλη και ανισόρροπη σχέση μας με τους ξένους.

Για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την οικειότητα, για τη μικρή –αλλά και καθοριστική– απόσταση που πρέπει να κρατάμε.

Για το χρόνο που τρέχει, για την ανάγκη να προλάβουμε, για την ουσία της ζωής.

Την προσωπικότητα του Παντερμαλή, τη ζωή κατ’ ουσίαν του Παντερμαλή, σκιαγραφεί στο προαναφερθέν ρεπορτάζ και η ίδια η Βίκυ Χαρισοπούλου ως εξής:

«Το βλέμμα του αλλάζει λίγο αργότερα στο αρχαιολογικό πάρκο του Δίου […] συνομιλεί σχεδόν με τις φραγκόκοτες στη λίμνη, κινείται στο χώρο σαν έμπειρος χωρικός εξοικειωμένος με τη φύση και τα ζωντανά της, μπαίνει μέχρι τις γάμπες στη λάσπη για να τραβήξει το δίχτυ που τοποθέτησαν κάποιοι χωρικοί για να μαζέψουν τα ψάρια της λίμνης, τρώει με βουλιμία τη ζεστή ακόμη πρασόπιτα που του έστειλε πεσκέσι η σύζυγος ενός εργάτη, μας διηγείται ιστορίες και ανέκδοτα από το χωριό, μας μιλάει για τις… φουρκέτες από τα μαλλιά γυναικών των Ρωμαϊκών Χρόνων που βρέθηκαν στις ανασκαφές των λουτρών δίπλα σχεδόν από το ιερό της Ίσιδας στο Δίον».

«Οι συνεργάτες του δεν είναι απαραίτητα αρχαιολόγοι. Είναι ο υδραυλικός, ο ξυλουργός, ο οικοδόμος, ο αρχιτέκτονας, ο μηχανικός, ο φωτογράφος, ο αγρότης, ο… Του μιλούν στον ενικό, τον προσφωνούν Δημήτρη, σε… ειδικές περιπτώσεις κυρ Δημήτρη, αλλά μέχρι εκεί».

Αντί άλλου επιλόγου: ο αείμνηστος καθηγητής αναπαύεται από την περασμένη εβδομάδα στο Δίον, στο αγαπημένο του ησυχαστήριο.

*Η φωτογραφία του παρόντος άρθρου ανήκει στον Γιώργο Γιακουμίδη και προέρχεται από το αρχείο των «Νέων», είναι δε αυτή που συνόδευε το ρεπορτάζ της Βίκυς Χαρισοπούλου στο Δίον το 1998.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr