Σημαντικές ομοιότητες με την οικονομική κατάσταση που επικρατούσε τη δεκαετία του 1970, ιδιαίτερα για το Ηνωμένο Βασίλειο, μπορεί να παρατηρήσει κανείς, αν συγκρίνει τα σημερινά δεδομένα με τα δεδομένα εκείνης της εποχής, με τις αυξήσεις φόρων, τις ελλείψεις καυσίμων και τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού να «μαρτυρούν» τη συσχέτιση αυτή.

Όπως αναφέρεται και στο capital economics, την εποχή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και σήμερα, η οικονομική ζωή στο Ηνωμένο Βασίλειο υπέστη σημαντικό πλήγμα.

Με το τέλος του πολέμου, ένας μη αμελητέος αριθμός πολιτών έφυγε από τις στρατιωτικές δυνάμεις και επιχείρησε να απορροφηθεί από την αγορά εργασίας, γεγονός που δεν κατέστη εφικτό, εξαιτίας των τριβών στην αγορά.

Συνεπώς, τομείς όπως η εξόρυξη άνθρακα ή η γεωργία αντιμετώπισαν σημαντική έλλειψη προσωπικού, ενώ, παράλληλα, το ποσοστό ανεργίας αυξανόταν (από σχεδόν μηδενικό, στο τέλος του πολέμου, σε σχεδόν πάνω από 3% μέχρι το 1974).

Οι ομοιότητες των δύο αυτών περιόδων

Τα γεγονότα αυτά μας θυμίζουν τη σημερινή κατάσταση, απλώς, σήμερα, αντί για απόστρατους, έχουμε όσους είχαν τεθεί σε καθεστώς αναστολής εργασίας, κατά την πανδημία, να επιθυμούν να βρουν μία νέα θέση εργασίας.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται και έλλειψη εργατικού δυναμικού σε ορισμένους τομείς, με την ανεργία να παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα από τα επίπεδα πριν την πανδημία, με τους εργαζομένους σε αναστολή εργασίας να φτάνουν, στις αρχές του Αυγούστου, τα 1,6 εκατομμύρια.

Ομοιότητες μπορούν να παρατηρηθούν, παράλληλα, και σε άλλους τομείς. Όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια του πολέμου, έτσι και στην πανδημία, υπήρξε σημαντική ανάγκη για κυβερνητικές δαπάνες και για επέκταση των κρατικών αρμοδιοτήτων.

Αναφορικά, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Ηνωμένο Βασίλειο σημείωσε δημοσιονομικό έλλειμμα 22% του ΑΕΠ, με το έλλειμμα, πέρσι, στην ίδια χώρα, να φτάνει το 15,5%, ενώ, ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε και αύξηση δημοσίου χρέους.

Ταυτόχρονα, και στις δύο περιόδους, παρατηρήθηκε αύξηση στις ιδιωτικές αποταμιεύσεις, ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης.

Ιδιαίτερα κατά την περίοδο των lockdown, οι καταναλωτές δεν μπορούσαν να σπαταλούν τις οικονομίες τους σε αγορές, με αποτέλεσμα να αυξηθούν σημαντικά οι αποταμιεύσεις τους.

Ακόμη, μετά το τέλος του πολέμου, παρατηρήθηκε αύξηση δαπανών ιδιωτικού τομέα. Αυτό συνέβη εξαιτίας των οικονομιών των νοικοκυριών, καθώς οι πολίτες δεν μπορούσαν να προβούν σε  δαπάνες, αλλά και από την αύξηση των κεφαλαιουχικών δαπανών από τις εταιρείες.

Αυτή η βελτίωση της ζήτησης, στο πλαίσιο ελλείψεων εφοδιασμού, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού και των τιμών, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.

Υπάρχουν, όμως, διαφορές;

Εντούτοις, πέραν των ομοιοτήτων της οικονομικής κατάστασης στη δεκαετία του 1970 και σήμερα, υπάρχουν και σημαντικές διαφορές που αξίζουν αναφοράς.

Μία από τις διαφορές αυτές αφορά τις οικονομικές δομές. Η αγορά εργασίας, την εποχή εκείνη, δεν ήταν τόσο ευέλικτη όσο είναι σήμερα, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η εύρεση εργασίας από τους εργαζομένους.

Ακόμη, δύσκολη, τότε, ήταν και η επανένταξη στην αγορά εργασίας, με τους απόστρατους να μην μπορούν να απορροφηθούν, σε αντίθεση με σήμερα, που όσοι εργαζόμενοι τέθηκαν σε αναστολή, κατά τη διάρκεια των lockdown, με το άνοιγμα της αγοράς επέστρεψαν στο προηγούμενό τους πόστο.

Διαφορά παρατηρείται, ακόμη, και στο πού επικεντρώνονται οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες. Τότε, οι κυβερνήσεις έδιναν πολύ περισσότερη σημασία στα ισοζύγια πληρωμών σε σχέση με σήμερα, γεγονός που μαρτυράται και από την ίδρυση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, Μπρέτον Γουντς, με τον φόβο για πληθωρισμό να έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

Διαφορετική ήταν και η πολιτική που ακολούθησαν για τον έλεγχο του πληθωρισμού, με τις κυβερνήσεις, τότε, να προβαίνουν σε ελέγχους τιμών και μισθών και όχι στην εφαρμογή μίας περισσότερο αυστηρής νομισματικής πολιτικής.

Τι μαθήματα πήραμε από τη μεταπολεμική περίοδο;

Αρχικά, ενώ οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικονομία ήταν αρκετά σημαντικές, δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου. Μετά την ύφεση, στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 1946, η αύξηση του ΑΕΠ, μεταξύ του 1947 και του 1960, κυμαινόταν σταθερά στο 2,25%, γεγονός που μας υποδεικνύει ότι δεν χρειάζεται να επικρατεί, σήμερα, πανικός για τυχόν μελλοντικές οικονομικές δυσχέρειες.

Δεύτερον, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, την περίοδο εκείνη, διαδραμάτισε η πολιτική που ακολουθήθηκε για την επιβολή ανώτατων ορίων στα κόστη δανεισμού και την εξασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας για την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μεταξύ 1945 και 1955, η πραγματική απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων του Ηνωμένου Βασιλείου κυμαινόταν, κατά μέσο όρο, περίπου στο -2%.

Αυτά τα εξαιρετικά χαμηλά κόστη δανεισμού συνέβαλαν, με την πάροδο του χρόνου, στη μείωση του βάρους του δημόσιου χρέους.

Επιπροσθέτως, διαφορές παρατηρούνται και στο θεσμικό σκηνικό. Εν μέσω των ανησυχιών για την αύξηση των ονομαστικών επιτοκίων, στοιχεία από τη μεταπολεμική περίοδο, μας δείχνουν ότι τα πραγματικά επιτόκια στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλες προηγμένες οικονομίες είναι αρκετά πιθανό να παραμείνουν αρνητικά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Πηγή: ΟΤ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο