Aθάνατοι

Ακούστηκε πολλές φορές αυτό το «αθάνατος» τις ημέρες που ήταν εκτεθειμένη σε λαϊκό προσκύνημα η σορός του Μίκη Θεοδωράκη. Μαζί με τα τραγούδια του από τα χείλη των χιλιάδων ανθρώπων που θέλησαν να του πουν το τελευταίο αντίο.

Ανθρωποι όλων των ηλικιών, από εξάχρονα (που θα λένε στην ηλικία της ωριμότητάς τους «Και όμως, ήμουν στην κηδεία του Θεοδωράκη») μέχρι συνομηλίκους, σχεδόν, του 96χρονου «τελευταίου ελληνικού μύθου».

Από πού υψώνεται, αλήθεια, αυτό το «αθάνατος» που δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη δημοφιλία του τεθνεώτος μια και αφορά περισσότερο αυτούς που τον αποχαιρετούν; Πρόκειται για ανάγκη και προσδοκία ή για διαπίστωση;

Μια σχετική συζήτηση θα ήταν ατέρμονη. Εξάλλου, τι σημασία έχει; Θεωρητικές κουβέντες.

Η πραγματικότητα είναι αυτά «τα φέρετρα στα οποία ακουμπά η Ελλάδα». Αυτοί οι νεκροί που λες και «ζωντανεύουν» με τον θάνατό τους. Και δημιουργούν ακόμη και σε όσους δεν τους ήξεραν προσωπικά και ουδέποτε τους συνάντησαν, την επιθυμία να τους αποχαιρετήσουν, κατά κάποιον τρόπο, δια ζώσης.

Θυμάμαι πότε άρχισα να υποψιάζομαι τη σημασία αυτού του στίχου που απήγγειλε ο Σικελιανός στην κηδεία του Παλαμά κι ας μην τον είχα ακούσει ακόμη τότε. Ηταν το 1968, πήγαινα στη Β΄ Δημοτικού και μέναμε τότε στην οδό Μαρασλή, ακριβώς απέναντι από την πλαϊνή πύλη του Ευαγγελισμού.

Ανάμεσα από τα κάγκελα του μπαλκονιού – δεν είχα ψηλώσει ακόμη αρκετά ώστε να βλέπω από πάνω – είδα να βγάζουν από αυτήν την πύλη το φέρετρο του Γεωργίου Παπανδρέου. Παρά τον ζόφο της χούντας είχαν μαζευτεί εκατοντάδες κόσμου.

Δεν θυμάμαι αν φώναζαν «αθάνατος», το πιθανότερο είναι πως ναι. Υπήρχε όμως μια έξαρση, ένας παλμός, μια υποφώσκουσα ιαχή ακόμη και αν ακουγόταν σαν ψίθυρος. Καμία σχέση με τον κλαυθμό στις κηδείες που ήξερα από τη Σύρο (και που, από τότε, μου προκαλούν ένα ασφυκτικό αίσθημα, κάτι ανάμεσα στην αμηχανία και το σκιάξιμο).

Η Μελίνα και ο Ανδρέας

Θυμάμαι και το λαϊκό προσκύνημα στη σορό της Μελίνας Μερκούρη – πάνε ήδη 27 χρόνια από τότε. Δεν υπήρχε ωράριο, η πρόσβαση ήταν ελεύθερη όλο το 24ωρο. Και πάλι δεν έφτανε. Η ροή του κόσμου μάλιστα δεν έπεφτε ούτε τις μικρές ώρες. Αλλαζε μόνο η σύνθεσή της.

Το πρωί και έως το απόγευμα πήγαιναν σχολεία, ακόμη και Δημοτικά, εργαζόμενοι, νοικοκυρές, επώνυμοι, καλλιτέχνες, μέλη του ΠΑΣΟΚ, πολιτικές αντιπροσωπείες. Ηταν τότε που ένα κορίτσι, όχι πάνω από εφτά ετών, έδωσε στη στενή συνεργάτιδα της Μελίνας, Μανουέλα Παυλίδου, ένα γράμμα μέσα σε ένα φάκελο που έγραφε: «Κυρία Μελίνα Μερκούρη, Ουρανός».

Οσο όμως βράδιαζε, όσο οι ώρες μίκραιναν, έμπαιναν στο παρεκκλήσι οι «κόρες της νύχτας» και τα «παιδιά του περιθωρίου». Εκδιδόμενα κορίτσια που ξέκλεβαν λίγη ώρα από τα ραντεβού τους, τραβεστί, σκίνχεντς, πανκιά και φρικιά (μην ξεχνάμε την εποχή), τοξικομανείς με φανερά τα σημάδια της εξάρτησης.

Δύο χρόνια αργότερα, το «Αθάνατος» ακούστηκε βροντερά για τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ούτε εκεί μειωνόταν η ροή του κόσμου καθ’ όλο το 24ωρο (περνούσαμε και ξαναπερνούσαμε για να το τσεκάρουμε).

Την τελευταία ημέρα, λίγο πριν μεταφέρουν το φέρετρο για την εξόδιο ακολουθία, έφτανε, ξημερώματα, ένα καράβι από την Κρήτη. Θυμάμαι, από το σχετικό τηλεοπτικό ρεπορτάζ, μόλις άνοιξε η μπουκαπόρτα, πριν καν πιάσει στο έδαφος, πώς ξεχύθηκαν τρέχοντας οι μαυροπουκαμισάδες για να προλάβουν το προσκύνημα.

Ο δημοσιογράφος πλησίασε με το μικρόφωνο έναν γέροντα που κρατούσε ένα τριαντάφυλλο και τον ρώτησε γιατί έκανε αυτό το ταξίδι. «Θέλω να του ζητήσω συγγνώμη για εκείνη τη μόνη φορά που δεν τον ψήφισα».

Ισως κάτι τέτοιο να σημαίνει το «Αθάνατος», η ανάγκη να συναντήσεις στο ξόδι του κάποιον που δεν είχες συναντήσει ποτέ στη ζωή αλλά που πάντα ήταν ωσεί παρών. Που είχες ξεχάσει ότι θα πεθάνει κι αυτός. Οπως είχε πει η Ιωάννα Τσάτσου «Πέθανε ο γερο-Παλαμάς. Είχαμε ξεχάσει ότι ήταν θνητός».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο