«Εχεις ένα γράμμα από τον Μίκη Θεοδωράκη». Ανοίγω τον φάκελο.

«Αγαπητέ μου Χρήστο Χωμενίδη, το βιβλίο σου το έχω μήνες τώρα στο πλευρό μου… Κατά καιρούς σού έγραφα, όμως δεν σ’ τα έστελνα, γιατί δεν με ικανοποιούσαν. Γιατί; Γιατί έγραψες ένα αριστούργημα και ό,τι και αν σου πω θα είναι λίγο. Το βιβλίο σου είναι κλασικό με την έννοια του χρόνου. Θα παραμείνει…».

Μένω άναυδος. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, οι φράσεις του χορεύουν εμπρός στα μάτια μου. Το να ονομάζει ο Μίκης τον «Φοίνικά» μου αριστούργημα – σε ποια μεγαλύτερη τιμή θα μπορούσα να ελπίζω;

Λουσμένος με χρυσόσκονη, εν θερμώ, του απαντάω.

«…Εάν εσύ, Μίκη, έζησες – όπως μου γράφεις – με Σολωμό, Παλαμά, Σικελιανό και Καρυωτάκη, εγώ έζησα με εσένα. Απ’ τα δικά σου χέρια πήρα τη σκυτάλη τού απολλώνιου και του διονυσιακού. Της ελληνικής δηλαδή κοσμοαντίληψης…

Το πρωί της 24ης Ιουλίου, οκτώ χρονών ήμουν, ξύπνησα και μου ανακοίνωσαν ότι είχαμε Δημοκρατία. Θυμάμαι τη μαμά μου να βάζει στο πικάπ, στη διαπασών, έναν παλιό σου δίσκο. Οχι με αγωνιστικά, αλλά με χαρούμενα, με ξένοιαστα τραγούδια. Τη «Μυρτιά», τη «Μαργαρίτα – Μαργαρώ»… Μαγεύτηκα.

Ηταν σαν να είχαν γκρεμιστεί όλοι οι τοίχοι και να φυσούσε μες στο σπίτι μας το δροσερότερο μελτέμι. Σαν να μας φώτιζε άπλετο φως. «Είχα μια θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι του ουρανού…». Ετσι μου αποκαλύφθηκε το ελληνικό καλοκαίρι…».

Του το ταχυδρομώ. Κάποιες μέρες αργότερα, μου τηλεφωνεί ο φύλακας – άγγελός του. Η Ρένα Παρμενίδου. «Ο Μίκης θα ήθελε να σας συναντήσει. Μπορείτε το Σάββατο, στις έξι το απόγευμα;». Αν μπορώ;

Νιώθω λες και πηγαίνω σε ερωτικό ραντεβού. Δεν γίνεται να εμφανιστώ με άδεια χέρια – κάτι πρέπει να του πάρω! Ενα βιβλίο; Ενα ντιβιντί; (Ξέρω ότι διαβάζει μανιωδώς και παρακολουθεί, ξάγρυπνος μέχρι αργά τη νύχτα, ταινίες…) Σταματάω κάτω από την Πλατεία Συντάγματος και του αγοράζω ένα μπουκέτο αγριολούλουδα. Πρώιμα, αναγγέλλουν την άνοιξη του 2019.

Το σπίτι του, στην οδό Επιφάνους 1, στέκει σαν κάστρο, σαν παράρτημα της Ακρόπολης. Το εσωτερικό του εντούτοις δεν έχει τίποτα το πολυτελές. Τις προηγούμενες δύο φορές που τον είχα επισκεφθεί, είχαμε μείνει στο ισόγειο. Εκείνος ανακαθισμένος σε ένα στενό ντιβάνι, εγώ σε μια καρέκλα απέναντί του. Πίσω το πιάνο, πάντοτε ανοιχτό, με μια παρτιτούρα επάνω του. Και οι φωτογραφίες των εγγονών του.

Τώρα με υποδέχονται δυο μεγάλα φιλικά σκυλιά και μια χαμογελαστή ξένη κοπέλα. Με παραδίδει σε έναν κύριο, ο οποίος με οδηγεί σε ένα ασανσέρ βιδωμένο στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού, στο οποίο ίσα ίσα χωράω. «Πατήστε το κουμπί 1» μου λέει. Βρίσκομαι μόνος μου στον πρώτο όροφο, σε μια ευρύχωρη παλιά κουζίνα. Διστάζω προς τα πού να κατευθυνθώ, ποια πόρτα να χτυπήσω. Ακούω τη φωνή της Ρένας Παρμενίδου. «Ελάτε, ελάτε! Εδώ είμαστε!». Μπαίνω στην κάμαρα του Μίκη. «Πείτε τα» κάνει η Ρένα και αποχωρεί.

Ιδιος λιοντάρι, ξαπλωμένος στο φαρδύ κρεβάτι του. Φοράει μεταξωτές πιτζάμες. Τα μαλλιά του χύνονται στο μαξιλάρι. Τα μπράτσα του είναι τρυπημένα από τις πεταλούδες του νοσοκομείου, τα δάχτυλά του ωστόσο και τα νύχια του φαίνονται δυνατά, νεανικά. «Καλωσόρισες!» μου χαμογελάει. «Ψήλωσες!» με πειράζει. «Δεν θα σας φτάσω, φοβάμαι…». «Οχι πληθυντικοί και αηδίες! Μίκη θα με λες! Μακάρι να μπορούσα να σηκωθώ, να μετρηθούμε…» λέει με ευδιάκριτη πίκρα.

Και ξεκινάει. Να μου μιλάει – χειμαρρώδης όπως πάντα – για τα παιδικά του χρόνια, για το ξύπνημα της εφηβείας, για τα πρώτα βαλσάκια που συνέθετε στο βιολί του και οι γονείς του χόρευαν στο στενό σαλόνι τους. Στην Πάτρα, στην Κεφαλονιά, στην Τρίπολη.

«Οταν πεθάνω, εκεί θέλω να βρεθώ. Εγώ με το δοξάρι στο χέρι και η μαμά με τον μπαμπά να λικνίζονται… Εάν κάτι έκαναν καλό οι Γερμανοί, ήταν σινεμά. Προπαγανδιστικός μεν ο κινηματογράφος τους αλλά εντυπωσιακότατος – κατέφυγαν μετά οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί του στο Χόλιγουντ και του έδωσαν νέα πνοή! Στην Τρίπολη, που λες, επί Κατοχής, είχαν φέρει τη «Ζωή του Μπετόβεν». Πήγα με τον πατέρα μου και είδα, στο φινάλε, τον Μπετόβεν να κατεβαίνει μια μαρμάρινη σκάλα ενώ ακουγόταν η Ενάτη Συμφωνία. Συγκλονίστηκα! Αλλαξε, μέσα σε πέντε λεπτά, η ζωή μου! Τόσο ταράχτηκα που ανέβασα ψηλό πυρετό. Μόλις συνήλθα, λέω στον μπαμπά: «Θα γίνω Μπετόβεν». «Ο Μπετόβεν είναι ένας!» μου απαντάει. «Ενας ο Μπετόβεν κι ένας ο Μίκης!»…».

Σταματάει, πίνει μια γουλιά νερό. Στον τοίχο απέναντί του, ένας χάρτης του γαλαξία. Μα αντί για αστερισμούς, τα έργα του. Το «Αξιον Εστί» Μεγάλη Αρκτος, το «Μαουτχάουζεν» Κύκνος…

«Μα δεν σε φώναξα απόψε για να φλυαρήσουμε!» μου λέει. «Θέλω να μου διαβάσεις μια παράγραφο από το βιβλίο σου. Να την ακούσω με τη φωνή σου…». Βγάζει κάτω από τα σκεπάσματα τον «Φοίνικα». Εχει σημαδέψει τη σελίδα. «Υπό έναν όρο» του κάνω. «Θα μου τραγουδήσεις κι εσύ, Μίκη, κάτι δικό σου». «Πρώτα εσύ!» χαμογελάει πονηρά. Αισθάνομαι σαν μέσα σε όνειρο. Ξεκινάω.

«…Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί για χάρη τίνος δημιουργούμε. Για τον εαυτό μας; Για το κοινό; Από ανάγκη ή από φιλοδοξία; Καταλήγω ότι δημιουργούμε για το έργο το ίδιο… Το έργο μάς διαλέγει για να του δώσουμε υλική υπόσταση. Κατασπαράζει τις σάρκες μας για να φτιάξει δικές του, ρουφάει το αίμα μας και τον αέρα που αναπνέουμε, ξαπλώνει ανάμεσα σε εμάς και στις γυναίκες μας και τελικά, με μια κλωτσιά, μας πετάει από το κρεβάτι. Το έργο είναι τύραννος, ανθρωποφάγος – σε τρομάζω;…».

«Σειρά σου. Πες μου τα πρώτα μουσικά μέτρα από τον «Επιτάφιο»» του ζητάω. «Την εισαγωγή από το «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου»». «Πάρα-πάρα-παμ-παμ…» σιγοτραγουδάει.

Μου έρχεται αίφνης φαεινή ιδέα. «Γιατί δεν γράφεις, Μίκη, ένα καινούργιο τραγούδι; Και τώρα αμέσως, άμα θες! Θα σε βοηθήσω όπως μπορώ, θα βρούμε μαζί τους στίχους…».

Το βλέμμα του για πρώτη φορά σκοτεινιάζει. «Ξέρεις τι σημαίνει», μου λέει, «να ξυπνάς ένα πρωί και να ‘σαι 95 χρονών; Θα μπορούσα να φτιάξω και ένα και δέκα και εκατό τραγούδια ακόμα – κατέχω την τέχνη. Μα θα ήταν κατασκευές. Το πέλαγός μου έχει πια σωθεί… Αρμενίστε εσείς, στα δικά σας πελάγη…».

Δεν είναι ο Μίκης που γνωρίζω. Μα είναι, σε εκείνα τα λόγια του, ο πιο ειλικρινής – και ο πιο γενναίος άρα – Μίκης.

«Κουράστηκα τώρα. Πήγαινε…» μου κάνει. «Θα τα πούμε μια άλλη φορά…». Δεν θα υπήρχε άλλη φορά. Το ξέραμε και οι δύο. «Να σου κλείσω την πόρτα;» τον ρωτάω. «Γιατί; Για να μην μπει ο Χάρος; Εννοια σου, και τον έχω. Τον νικάω!».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο