Ο εξαγγελθείς ανασχηματισμός έρχεται ακριβώς στο συνταγματικό μέσο της κυβερνητικής θητείας. Τα δυο πρώτα χρόνια ήταν περίοδος κυβερνητικής κυριαρχίας, ιδίως μέσω κατάληψης του χώρου της λογικής, που πολιτικά αποκαλείται και «μεσαίος χώρος», αν και χαρακτηριστικό του, στις μέρες μας, δεν είναι η ίση απόσταση από τα δύο άκρα (Δεξιά κι Αριστερά), αλλά η αγεφύρωτη αντίθεση με τον φανατισμό, τον ανορθολογισμό, την ιδεοληψία και την εχθροπάθεια – από όποιο χώρο και αν προέρχονται.

Αυτή η σχεδόν κατακτημένη κυριαρχία κλονίζεται πλέον, σε κάποιο βαθμό. Αφενός από τη φυσιολογική, αλλά και λόγω χειρισμών, φθορά της κυβέρνησης, και αφετέρου από την ψυχολογική επίπτωση δυο «βαριών», όσο και διαρκών, γεγονότων, με άμεση σχέση με τη ζωή των πολιτών: της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής, ιδίως όπως εκδηλώθηκε με τις μεγάλες πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού. Τον κλονισμό αυτό, που αποτυπώνουν όχι τόσο οι δημοσκοπήσεις όσο το διάχυτο κοινωνικό αίσθημα, επιχειρεί να αντιμετωπίσει, αλλά και, συνειδητά ή ασυνείδητα, αποκαλύπτει, ο επί θύραις ανασχηματισμός.

Πέρα από την ονοματολογία που, από θεσμική άποψη, ελάχιστα ενδιαφέρει και, από πολιτική, το μόνο που μπορεί να αναδείξει είναι η (εν πολλοίς γνωστή) έλλειψη βάθους της κυβερνητικής πλειοψηφίας, η χρονική και πολιτική τομή δίνει την ευκαιρία στη μεν κοινωνία για μια αποτίμηση πεπραγμένων, στο δε βασικό αποφασίζον πρόσωπο, τον Πρωθυπουργό, για μια αναδιάταξη στις πιο προβληματικές περιοχές. Αυτές, κατά τη γνώμη μου, δεν εξαντλούνται στις μεμονωμένες, και εγγενώς περίπλοκες, περιοχές της πολιτικής προστασίας (σε εποχή διαρκών εξωγενών κρίσεων), των δημόσιων υπηρεσιών (με αποδεδειγμένη πια την ανάγκη κρατικής στήριξης της κοινωνικής συνοχής) και των «πυρήνων μεταρρύθμισης» (ιδίως στη δημόσια διοίκηση, τα δημόσια οικονομικά και τη συμμετοχή στην εν εξελίξει τεχνολογική επανάσταση). Το μεγάλο πολιτικό ζητούμενο, και άρα το ζήτημα γύρω από το οποίο θα είχε αξία να επικεντρωθεί τόσο η αποτίμηση όσο και η προσπάθεια για νέα αρχή, περιστρέφεται γύρω από μια κεντρική επιλογή της κυβέρνησης και προσωπικά του Πρωθυπουργού: το λεγόμενο «επιτελικό κράτος».

Εγινε η λήψη των αποφάσεων πιο διαυγής και αποτελεσματική; Πέτυχε το μπόλιασμα καθαρά πολιτικών/κομματικών στελεχών και των λεγόμενων τεχνοκρατών; (οι οποίοι, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, επιτελούν αμιγώς πολιτικό έργο). Αναστράφηκαν πλήρως, σε σχέση με το ύφος και ήθος της εξουσίας, οι μεγάλες οπισθοχωρήσεις που είχε επιφέρει η προηγούμενη κυβέρνηση; Ενισχύθηκε, πέρα από τη λογική και τη μετριοπάθεια (που ασφαλώς είναι καλοδεχούμενες), η αίσθηση συμμετοχής σε μια κοινή προσπάθεια; Υπερισχύουν, εντός της κυβερνητικής πρακτικής, τα ανανεωτικά σε σχέση με τα μικρο- ή παλαιο-κομματικά χαρακτηριστικά;

Στα περισσότερα από τα παραπάνω ερωτήματα θα άρμοζε να δοθεί μια μάλλον αρνητική, κατά τη γνώμη μου, απάντηση. Και θα έπρεπε να οδηγήσει σε περισσότερη αξιοκρατία, μικρότερα σχήματα, λιγότερες επικαλύψεις, πιο καθαρή στοχοθεσία και εντελώς διαφορετική σχέση με τους πολίτες. Ολα αυτά είναι εξαιρετικά αμφίβολο να εμφανιστούν δια του προσεχούς ανασχηματισμού – κάτι που προδιαγράφει τη σημασία του, αλλά και το μέλλον της κυβέρνησης.

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο