Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που το λέγαν Στέργιο. Ο Στέργιος είχε γεννηθεί σε ένα μικρό χωριό πάνω σε ένα ψηλό βουνό. Από μικρός ακολουθούσε τα κοπάδια που κατέβαιναν από το βουνό στον κάμπο το Φθινόπωρο κι ανέβαιναν ξανά την Άνοιξη. Έτσι ο Στέργιος πήγαινε σε δυο σχολεία και είχε δυο δασκάλους κάθε χρόνο. Διακοπές δεν είχε καθό­λου.

Όπως και οι γονείς του και όλοι οι χωριανοί. Ούτε Σαββατοκύριακο, ούτε αργίες. Τα κοπάδια θέλουν φροντίδα μέρα νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι. Μεγάλωνε, λοιπόν, ο Στέργιος, μάθαινε και γράμματα και συχνά εκεί που έβοσκε τα πρόβατα ονειρευόταν ξύπνιος.

Ονειρευόταν πώς θα ήταν όταν θα γινόταν μεγάλος. Δεν μπορούσε να φανταστεί και πολλά πράγματα αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε και δεν τον άφηναν να ακολουθήσει τη σκληρή ζωή του τσομπάνου. Είχε μεράκι για τα ζώα κι αυτό προβλημάτιζε τους γονείς του.

Ο πατέρας του δεν τον άφηνε να αρμέγει, γιατί φοβόταν μη μείνει με τα πρόβατα… Ο καιρός περνούσε και ήρθε η ώρα να πάει στο Γυμνάσιο. Έπρεπε να δώσει εξετάσεις σε μια κοντινή κωμόπολη στον κάμπο. Ίσα ίσα που πέρασε. Ο Στέργιος ει είχε μυωπία και ντρεπόταν να φορέσει γυαλιά. Έτσι δεν μπορούσε να δει στον πίνακα τις ερωτήσεις στα μαθηματικά, με αποτέλεσμα να μη γράψει καλά.

Στο Γυμνάσιο δεν ήταν από τους καλούς μαθητές. Μέχρι που στην Τρίτη τάξη τον πρόσεξε μια φιλόλογος, τον έβαλε στο πρώτο θρανίο για να βλέπει καλά στον πίνακα, τον ενθάρρυνε και όλα άλλαξαν. Ήταν καλός στις εκθέσεις, άρχισε να τα πάει καλά και στα μαθηματικά.

Τόσο που στο τέλος οι καθηγητές είπαν στους γονείς ότι έπρεπε να ακολουθήσει θετική κατεύθυνση. Αυτό δεν έγινε γιατί έπρεπε να πάει στη μεγάλη πόλη και γονείς ούτε που να το συζητήσουν… Ακολούθησε λοιπόν την κλασική κατεύθυνση, ήταν η μόνη που είχε το γυμνάσιό του. Έτσι, όπως ήταν φυσικό, αργότερα έπεσε σε έναν καλό φιλόλογο, τον οποίο έκανε πρότυπό του και έβαλε σαν στόχο να γίνει σαν κι αυτόν. Τα πήγαινε καλά στις επόμενες τάξεις. Κόντεψε και σημαιοφόρος να γίνει. Πήγε, όπως όλοι, και σε ένα φιλολογικό φροντιστήριο.

Το φροντιστήριο αυτό το εγκατέλειψε το καλοκαίρι που θα έδινε εξετάσεις λόγω της αφόρητες ζέστης στον κάμπο και πήγε στο ορεινό χωριό του να προετοιμαστεί μόνος του. Στο χωριό δεν είχε ρεύμα και έπρεπε να διαβάζει μόνο μέρα.

Η λάμπα πετρελαίου τον κουράζει πολύ. Έπαιρνε λοιπόν κάθε χαραυγή τα βιβλία, ψωμοτύρι και ένα αεροζόλ για τα κουνούπια στον τρουβά και με την κάπα του πατέρα του πήγαινε σε μια κοντινή τοποθεσία με δέντρα όπου διάβαζε μέχρι που έπεφτε σκοτάδι, ακουμπούσαν σχεδόν τα μάτια στο βιβλίο και έπρεπε να στα σταματήσει. Οι εξετάσεις ήταν τέλος Αυγούστου. Έδωσε, πήγε καλά.

Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα βρισκόταν στο βουνό με τα στείρα. Ένας θείος του έσπευσε να τον ενημερώσει. Πέρασε στη Φιλοσοφική που ήθελε και ήταν η μόνη του προτίμηση με υποτροφία. Θα γινόταν φιλόλογος.

Σπουδαίο επίτευγμα για ένα χωριατόπαιδο γιο βοσκού. Έκανε τις σπουδές του, μα τα πράγματα. Ανακάλυψε ειδικότητες και κλάδους που δεν ήξερε. Το όνειρο του ξεπεράστηκε δίχως να το καταλάβει. Νέα ενδιαφέρονται νέες γνώσεις νέος στόχος. Μεταπτυχιακάστο εξωτερικό.

Φυσικά με κρατική υποτροφία κατόπιν εξετάσεων. Οι γονείς τους παρότι υπερήφανοι για τις επιδόσεις του, δεν χάρηκαν και τόσο, Θα ξενιτευόταν…. Ο πατέρας του του είπε πώς τον ήθελαν μαζί τους διορισμένο καθηγητή, να πάρει και μια δικιά τους κοπέλα και να ζήσει καλά, Αυτά που τους έλεγε για διδακτορικό και τα ρέστα δεν τα καταλάβαινε και τόσο.

Όμως έδωσε την ευχή του λέγοντάς: να πας στην ευχή του Θεού και να πετύχεις σε αυτά που θέλεις. Εγώ αυτό που θέλω από σένα είναι να γυρίσεις με το μέτωπο καθαρό…

(Η συνέχεια την άλλη Κυριακή)

Ο Βασίλης Νιτσιάκος είναι καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο