«Οι επόμενες ημέρες θα είναι κρίσιμες. Ο πλανήτης παρακολουθεί. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τον λαό του Αφγανιστάν».

Με αυτά τα λόγια, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, κάλεσε τη Δύση να αναλάβει τις ευθύνες της, στη διάρκεια έκτακτης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας τη Δευτέρα.

Όμως η Ευρώπη φαίνεται πως έχει σκοπό να κάνει ακριβώς αυτό. Να εγκαταλείψει τη συντριπτική πλειοψηφία των Αφγανών που κινδυνεύουν άμεσα από τους Ταλιμπάν – με το τακτ που απαιτείται για να μην αντιμετωπίσει μεγαλύτερα εσωτερικά προβλήματα – και να εστιάσει σε δυο ζητήματα που δείχνουν να την απασχολούν σαφώς περισσότερο: Την αποτροπή των μεταναστευτικών ρευμάτων που εύλογα θα μπορούσαν να προκύψουν ως αποτέλεσμα της επιστροφής της χώρας στον έλεγχο των φονταμενταλιστών και τη διαχείριση των σχέσεών της με τις ΗΠΑ, που από τη μία πλευρά την «παρέσυραν» σε λανθασμένες επιλογές στο Αφγανιστάν και από την άλλη αποτελούν τον σημαντικότερο σύμμαχό της.

Ο τρόπος που ξεδιπλώνονται οι παραπάνω τάσεις, γνωρίζοει μεγάλες διακυμάνσεις σε ό,τι αφορά τα επίπεδα κυνισμού.

Στις 9 Αυγούστου, Αυστρία, Δανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ελλάδα και Γερμανία απηύθυναν επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της οποίας αιτούνταν τη συνέχιση των απελάσεων παρά την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στο Αφγανιστάν. Εκπρόσωπος της Κομισιόν είχε σχολιάσει τότε πως το κάθε κράτος-μέλος είναι σε θέση να κρίνει ανεξάρτητα ποιες χώρες θεωρούνται ασφαλείς, επιτρέποντας τις απελάσεις πολιτών της.


Ο υπουργός μετανάστευσης και ασύλου του Βελγίου, Σάμι Μαχντί, είχε υπερασπιστεί τότε αυτή την πρωτοβουλία γράφοντας στο Twitter ότι «το γεγονός πως κάποιες περιοχές μιας χώρας δεν είναι ασφαλείς, δεν συνεπάγεται ότι κάθε υπήκοος αυτής της χώρας αυτομάτως έχει δικαίωμα διεθνούς προστασίας».

Από την άλλη, ο δικός μας Νότης Μηταράκης είχε δηλώσει στο Reuters ότι αν οι απελάσεις διακόπτονταν, «περισσότεροι άνθρωποι θα προσπαθούσαν να φύγουν και να έρθουν προς την ΕΕ», ενώ παράλληλα τόνισε ότι η ΕΕ «σε καμία περίπτωση δεν είναι έτοιμη και ικανή να διαχειριστεί άλλη μια μεγάλη μεταναστευτική κρίση».

Έκτοτε έχει περάσει πάνω από μια εβδομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν υπήρξαν καταιγιστικές. Καθώς οι Ταλιμπάν καταλάμβαναν τη μια πόλη μετά την άλλη, έχοντας πλέον ουσιαστικά τον πλήρη έλεγχο της χώρας, η Ολλανδία, η Δανία και η Γερμανία έκαναν στροφή 180 μοιρών και ανέστειλαν τις απελάσεις.

Δεν ισχύει το ίδιο και για την Αυστρία, το Βέλγιο και τη χώρα μας.

Ωστόσο, και η υπόλοιπη ΕΕ δεν κάνει πολλά περισσότερα για να βοηθήσει στην ανθρωπιστική κρίση του Αφγανιστάν. Καθώς ο πλανήτης παρακολουθεί τρομοκρατημένους Αφγανούς να προσπαθούν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους με κάθε τρόπο – ακόμη και κρεμασμένοι από τις ρόδες αεροπλάνων που ετοιμάζονται να απογειωθούν – οι αντιδράσεις της Ένωσης στο ανθρώπινο δράμα που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια της, στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν χλιαρές.

«Η χώρα χρειάζεται μια παρατεταμένη και συμπεριληπτική πολιτική λύση που θα προστατεύει τα δικαιώματα των γυναικών και θα επιτρέπει στους Αφγανούς να ζουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια», έγραψε στο Twitter o πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, Νταβίντ Σασόλι. «Άσυλο θα πρέπει να χορηγηθεί σε όσους κινδυνεύουν από διώξεις».

Ο Λιθουανός πρωθυπουργός, Γκιτάνας Ναουσέντα, δήλωσε ότι η χώρα του «ανησυχεί βαθιά» και ότι «από κοινού με τους υπόλοιπους συμμάχους του ΝΑΤΟ θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προστατεύσουμε τους πλέον ευάλωτους».

Ο Σλοβένος πρωθυπουργός παραδέχτηκε τον ρόλο της χώρας του στην κατάσταση που επικρατεί στο Αφγανιστάν μέσω Twitter, γράφοντας ότι όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ φέρουν ευθύνες για μια από τις μεγαλύτερες ήττες στην ιστορία της βορειοατλαντικής συμμαχίας, ενώ πρόσθεσε ότι «Θα ήταν ατιμωτική πράξη, αν αφήναμε τους Αφγανούς συμμάχους μας στον τρόμο των Ταλιμπάν».

Οι παραπάνω δηλώσεις μοιάζουν να κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, όμως οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τονίζουν ότι οι Βρυξέλλες θα έπρεπε να κάνουν περισσότερα. Η Διεθνής Αμνηστία κάλεσε την ΕΕ να «διασφαλίσει την ασφαλή διέξοδο από το Αφγανιστάν για όλους όσους κινδυνεύουν», αλλά και να εκδώσει «βίζες έκτακτης ανάγκης» και να πραγματοποιήσει εκκενώσεις και μετεγκαταστάσεις, ενώ παράλληλα αναστέλλει «κάθε απέλαση».

Στη χώρα παραμένουν εγκλωβισμένοι χιλιάδες Αφγανοί που εργάστηκαν όχι μόνο για τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής, αλλά και για τα υπόλοιπα μέλη του ΝΑΤΟ, όπως επίσης και αμέτρητοι πολίτες με ακτιβιστική δράση, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες, η ζωή των οποίων βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.

Κι όμως, οι κυριότερες κινήσεις που γίνονται εκ μέρους της Ευρώπης αφορούν την αποτροπή μεταναστευτικών ροών.

Στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, η Ιταλία, η Ισπανία, η Κύπρος, η Μάλτα και η Ελλάδα ζήτησαν να συζητηθεί η κατάσταση στο Αφγανιστάν και οι πιθανές επιπτώσεις της στις μεταναστευτικές στο έκτακτο συμβούλιο Εσωτερικών Υποθέσεων που θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη.

«Είναι ξεκάθαρο ότι η χώρα μας δεν θα αποτελέσει διάδρομο για ένα νέο κύμα προσφύγων», δήλωσε ο υπουργός μετανάστευσης, Νότης Μηταράκης μιλώντας στην τηλεόραση, ενώ συμπλήρωσε ότι η Ελλάδα δεν επιθυμεί μια επανάληψη της κρίσης του 2015.

«Ατιμωτικό τέλος για τη θητεία της Μέρκελ»

Αντίστοιχο κλίμα επικρατεί και στη Γερμανία, όπου ο αρχηγός των Χριστιανοδημοκρατών και επίδοξος καγκελάριος, Αρμίν Λάσετ, τόνισε την Κυριακή ότι παρά το γεγονός πως οι δυτικές χώρες θα πρέπει να απομακρύνουν από το Αφγανιστάν τους τοπικούς τους συνεργάτες και τις «γυναίκες που διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο, δεν θα πρέπει να επαναληφθεί το 2015».

Τόσο ο ίδιος, όσο και ο Σοσιαλδημοκράτης αντίπαλός του, Όλαφ Σολτς, πρότειναν ως λύση, σύμφωνα με το Politico, την υποστήριξη των προσφύγων που βρίσκουν καταφύγιο στις γειτονικές χώρες του Αφγανιστάν, με τον Σολτς να αποδίδει τις τεράστιες προσφυγικές ροές που έφτασαν στην ΕΕ το 2015 στην «απουσία προοπτικών σε χώρες όπως η Τουρκία και ο Λίβανος».

Πάντως ο Λάσετ εξέφρασε την άποψή του με μεγαλύτερη ευθύτητα: «Δεν πρέπει να στείλουμε σήμα ότι η Γερμανία θα δεχτεί όποιον έχει ανάγκη», προειδοποίησε. «Η έμφαση πρέπει να δοθεί στην ανθρωπιστική βοήθεια εκεί, σε αντίθεση με το 2015».

Το κόμμα των Πράσινων, ωστόσο, δεν μοιάζει να συμφωνεί με τις παραπάνω αποφάνσεις, έχοντας εξάλλου ήδη επιμείνει από τον Ιούνιο στην εκπόνηση σχεδίου για την απομάκρυνση των Αφγανών συνεργατών της Γερμανίας από την περιοχή, πράγμα που απορρίφθηκε τότε από την κυβερνητική συμμαχία και την ακροδεξιά.

«Αυτή η προσέγγιση – ότι κύριος στόχος μας θα πρέπει να είναι να αποτρέψουμε οποιονδήποτε θέλει να έρθει εδώ – είναι που μας έφερε σε αυτό το σημείο», δήλωσε η αντιπρόεδρος του κόμματος, Ρικάρντα Λανγκ. «Όποιος προβάλλει αυτή τη στάση ως λύση, αυτή τη στιγμή αποδέχεται τον αδιανόητο ανθρώπινο πόνο».

Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ δήλωσε σε βουλευτές του κόμματός της σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών ότι η Γερμανία θα πρέπει να απομακρύνει από τη χώρα έως και 10.000 άτομα, σύμφωνα με το Reuters, στα οποία συμπεριλαμβάνονται υπάλληλοι, ακτιβιστές και άλλα άτομα σε κίνδυνο.

Σε συνέντευξη τύπου το απόγευμα της Δευτέρας, η Μέρκελ δήλωσε ότι η Γερμανία σχεδίαζε να απομακρύνει μεγαλύτερο αριθμό Αφγανών από τη χώρα, όμως αναγνώρισε ότι δεδομένης της κατάστασης, «τα πράγματα έχουν ξεφύγει από τον έλεγχό μας».

Η κυβέρνησή της έχει σκοπό να μεταφέρει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους εργάστηκαν για τη χώρα της στη Γερμανία και να μεταφέρει άλλους ευάλωτους Αφγανούς σε «κάποιο ασφαλές μέρος κοντά στο Αφγανιστάν», όμως άρθρο της Spiegel ήδη τονίζει πως «οι δραματικές εικόνες χάους του Αφγανιστάν θα παραμείνουν συνδεδεμένες με το όνομα της Μέρκελ, ως το ατιμωτικό τέλος της θητείας της».

Για φλερτ με την ακροδεξιά κατηγορείται ο Μακρόν

Αντιστοίχως, έντονες αντιδράσεις προκάλεσε το μαγνητοσκοπημένο διάγγελμά του Εμανουέλ Μακρόν που προβλήθηκε τη Δευτέρα. Μεταξύ άλλων, ο Γάλλος πρόεδρος δήλωσε:

«Θα πρέπει να είμαστε σε ετοιμότητα και να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από σημαντικές άτακτες μεταναστευτικές ροές που θα έθεταν σε κίνδυνο εκείνους που θα συμπεριλαμβάνονταν σε αυτές και θα τροφοδοτούσε κάθε μορφή εμπορίου ανθρώπων», προσθέτοντας ότι «η Ευρώπη δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της τις συνέπειες της παρούσας κατάστασης».

Ταυτόχρονα, υποσχέθηκε ότι η Γαλλία «θα συνεχίσει να κάνει το καθήκον της, προστατεύοντας εκείνους που κινδυνεύουν περισσότερο», χωρίς όμως να καταφέρει να πείσει για το τελευταίο.

Η πρώτη αντίδραση ήρθε από τον πληροφοριοδότη, Έντουαρντ Σνόουντεν,που κατηγόρησε τον Γάλλο πρόεδρο ότι αντί για τους ανθρώπους που κινδυνεύουν δίνει προτεραιότητα στην αύξηση των πιθανοτήτων του να κερδίσει τις επερχόμενες εθνικές εκλογές της χώρας, φλερτάροντας με την ακροδεξιά, ενώ αντίστοιχη κριτική εις βάρος του Μακρόν εκφράστηκε και από δυνάμεις της αντιπολίτευσης.

Ότι «είχε αλλού το μυαλό της» υποστηρίζει η Βρετανία

Τέλος, ξεφεύγοντας από τα σύνορα της ΕΕ, αλλά παραμένοντας εντός Ευρώπης, η Βρετανία επιχείρησε να μετακυλήσει στις ΗΠΑ το σύνολο των δικών της ευθυνών, με τον επικεφαλής της επιτροπής άμυνας του κοινοβουλίου της χώρας να αποδίδει την καθυστέρηση των δικών της κινήσεων εκκένωσης στο Αφγανιστάν, στο γεγονός ότι η χώρα είχε στραμμένη την προσοχή της «στο Brexit και τον κοροναϊό», ενώ παράλληλα είχε παραπλανηθεί «από την αφήγηση των Αμερικανών πως ήταν καιρός να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να αφήσουν το Αφγανιστάν να λύσει μόνο του τα προβλήματά του».

Ο υπουργός άμυνας της χώρας, Μπεν Γουάλας, παραδέχτηκε δακρυσμένος μιλώντας στο LBC ότι «κάποιοι άνθρωποι δεν θα καταφέρουν να επιστρέψουν», παραπέμποντας κι εκείνος στα λάθη των Αμερικανών ως δικαιολογία.

Παρά τη δυσαρέσκειά της, ωστόσο, η κυβέρνηση Τζόνσον δεν μπορεί να απαρνηθεί τόσο εύκολα έναν πανίσχυρο σύμμαχο, στον οποίο εξάλλου στηρίζει μεγάλο μέρος των σημαντικότερων σχεδίων της.

Μάλιστα, το Politico αναφέρει πως οι Βρετανοί ενδεχομένως ελπίζουν πως το Βατερλό του Μπάιντεν στο Αφγανιστάν θα κάνει τον Αμερικανό πρωθυπουργό να ρίξει το βάρος του στην επιτυχία του κλιματικού συνεδρίου COP26 που πρόκειται να πραγματοποιηθεί το Νοέμβριο στη χώρα.

«Αυτή η κρίση θα καταστρέψει την εικόνα της ΕΕ»

Σε άρθρο του Euronews,περίπου μια εβδομάδα πριν την πτώση της κυβέρνησης του Αφγανιστάν, ο Τζέραλντ Κνάους, ιδρυτικό μέλος της Πρωτοβουλίας για την Ευρωπαϊκή Σταθερότητα (ESI) δήλωνε ότι στην πραγματικότητα, κυριότερος φόβος της Ευρώπης δεν θα έπρεπε να είναι το ενδεχόμενο αυξημένων μεταναστευτικών ροών, ακόμη και σε μια περίπτωση όπως αυτή που βιώνουμε:

«Για να φτάσεις στην Ευρώπη, είσαι αναγκασμένος να διασχίσεις πολλά σύνορα, πράγμα που είναι πολύ πιο δύσκολο τώρα σε σχέση με μερικά χρόνια νωρίτερα», είχε σημειώσει ο Κνάους, παραπέμποντας και στις καταγγελίες για επαναπροωθήσεις προσφύγων από τις ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας.

«Πρόκειται για τρομολαγνεία και λαϊκισμό», είχε συμπληρώσει. «Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η πραγματική κρίση είναι διαφορετική: Είναι το γεγονός ότι στα σύνορά μας, παραβιάζουμε το ευρωπαϊκό δίκαιο και στο Αφγανιστάν πολλοί άνθρωποι έχουν ανάγκη από προστασία., Αυτοί είναι οι άνθρωποι για τους οποίους και με τους οποίους πολεμήσαμε για την ανοικοδόμηση της χώρας επί 20 χρόνια, μέχρι τελικά να τους εγκαταλείψουμε».

Από την άλλη πλευρά, ο ειδικός σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, Κεμάλ Κιρίσκι είχε προειδοποιήσει μέσα από το ίδιο άρθρο ότι «πρόκειται να σημειωθεί μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας. Το είδος της κρίσης που θα καταστρέψει την εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεθνώς, καθώς ο πλανήτης θα δει πώς η ΕΕ δεν επιτρέπει στους πρόσφυγες να μπουν στη ζώνη Σένγκεν».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο