Υποτίθεται ότι τα τελευταία χρόνια ολοένα και μεγαλώνει το ρήγμα ανάμεσα στη Δύση και την Κίνα τόσο στο πολιτικό επίπεδο όσο και στο οικονομικό. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο σχεδιασμός είναι η Κίνα να βρεθεί σχετικά απομονωμένη από ένα σημαντικό μέρος των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου και χωρίς πρόσβαση σε τεχνολογίες που θα επέτρεπαν στις δικές της εταιρείες να πρωταγωνιστήσουν στους αντίστοιχους κλάδους.

Αυτό έχει πάρει διάφορες μορφές. Ουσιαστικά, αυτή τη στιγμή κρίσιμες κινεζικές εταιρείες, όπως η Huawei έχουν αποκλειστεί από τα τσιπ τελευταίας γενιάς που θα ήταν απαραίτητα για να εξελίξουν ακόμη περισσότερο συσκευές όπως τα smarthpones. Η Κίνα κάνει αγώνα δρόμου για να μπορέσει να παράγει μόνη της τσιπ και λοιπό εξοπλισμό, αλλά έχει να ξεπεράσει εμπόδια όπως το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν προχωρήσει μόνο σε κυρώσεις σε βάρος εταιρειών που εξάγουν στην Κίνα αλλά ακόμη και στις εταιρείες που παράγουν τον εξειδικευμένο εξοπλισμό που θα επέτρεπε στην Κίνα να εκτυπώνει μόνη της τα τσιπ τελευταίας γενιάς.

Έπειτα, υπάρχει όλη η προσπάθεια των ΗΠΑ να ακυρωθούν μεγάλες κινεζικές επενδύσεις στο εξωτερικό. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ευρώπη έχει υποχωρήσει ο ρυθμός των επενδύσεων που εντάσσονταν στην κινεζική στρατηγική «μία ζώνη – ένας δρόμος». Διάφορες στρατηγικές αξιοποιήθηκαν εδώ, από το ζήτημα του κινδύνου «κατασκοπείας», εάν κινεζικές εταιρείες κατασκεύαζαν κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές όπως τα δίκτυα 5G. Σε άλλες περιπτώσεις αυτό που επικαλούνται οι δυτικές κυβερνήσεις είναι τα ζητήματα που αφορούν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της μειονότητας των Ουιγούρων και ιδίως το ζήτημα της εξαναγκαστικής εργασίας.

Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι ειδικά οι ΗΠΑ είναι ως εάν να προσπαθούν να αναιρέσουν το γεγονός ότι η Κίνα είναι μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (απόφαση που τότε είχε χαιρετιστεί ως μεγάλο βήμα προόδου της παγκοσμιοποίησης).

Με έναν τρόπο πάντως και η Κίνα δείχνει να προετοιμάζεται για τη στιγμή της αποσύνδεσης. Ο τρόπος που προσπαθεί να οικοδομήσει εναλλακτικές οικονομικές σχέσεις ή το γεγονός ότι συζητάει ακόμη και συστήματα πληρωμών που να μην περιλαμβάνουν το δολάριο, είναι ενδεικτικός. Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο που ολοένα και περισσότερο θεωρεί το βάθος της δικής οικονομίας ως βασική πηγή οικονομικού δυναμισμού.

Αυτή η φαινομενική τάση «αναδίπλωσης» αποτυπώνεται ακόμη και στον τρόπο που το κινεζικό κράτος αντιμετωπίζει ορισμένες κινεζικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και δη αυτές που είναι εισηγμένες στα αμερικανικά χρηματιστήρια (που είχε και επιπτώσεις στις τιμές των αντίστοιχων μετοχών), μια αντιμετώπιση με διάφορες ελεγκτικές παρεμβάσεις που μάλιστα αποτύπωναν και μια αυξανόμενη καχυποψία των κινεζικών αρχών απέναντι σε αυτές τις εταιρείες. Ούτως ή άλλως, το επόμενο διάστημα οι εισηγμένες στο εξωτερικό κινεζικές εταιρείες θα έχουν να αντιμετωπίσουν και τα ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις των αμερικανικών αρχών για μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τα οικονομικά και λογιστικά στοιχεία τους, απαιτήσεις που έρχονται σε σύγκρουση με τις αντίθετες κατευθύνσεις των κινεζικών αρχών, εξελίξεις που μεταφέρουν και μεγάλη πίεση στις μεγάλες εταιρείες ορκωτών λογιστών.

Όμως οι επενδυτές συνεχίζουν να αγοράζουν κινεζικές μετοχές και ομόλογα

Όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι σε πείσμα της συζήτησης για την «αποσύνδεση» ανάμεσα στις δυτικές οικονομίες και τη Κίνα, οι επενδυτές επιμένουν να αγοράζουν κινεζικά στοιχεία ενεργητικού. Τον τελευταίο χρόνο οι τοποθετήσεις ξένων επενδυτών σε κινεζικές μετοχές και ομόλογα έχουν αυξηθεί κατά 40% και ξεπερνούν πλέον τα 800 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ειδικότερα εξωχώριοι επενδυτές έχουν αγοράσει μέσα στο 2021 επιπλέον κινεζικές μετοχές αξίας 35,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα από πλατφόρμες που συνδέουν το Χονγκ Κονγκ με τα χρηματιστήρια και Σαγκάη και Σεντσέν, κάτι που σημαίνει μια αύξηση 49%.

Αντίστοιχα εξωχώριοι επενδυτές έχουν αγοράσει μέσα στο 2021 πάνω από 75 δισεκατομμύρια σε τίτλους του κινεζικού δημοσίου, κάτι που σημαίνει μια αύξηση 50%.

Μάλιστα, ο ρυθμός αύξησης αυτών των αγορών στοιχείων ενεργητικού είναι ο μεγαλύτερος εάν συγκριθεί με άλλες αντίστοιχες σε προηγούμενες χρονιές.

Σε αυτό έχουν συντελέσει και ορισμένες αλλαγές στο πώς είναι οργανωμένες οι διεθνείς αγορές. Ειδικότερα, μια σειρά από διεθνείς δείκτες πλέον περιλαμβάνουν και μετοχές και ομόλογα που είναι αποτιμημένα σε γουάν. Για παράδειγμα τον Μάρτιο ο δείκτης FTSE Russel έγινε ο πιο πρόσφατος δείκτης που θα περιλαμβάνει και το κινεζικό χρέος στον παγκόσμιο δείκτη ομολόγων του.

Για να κατανοήσουμε τη σημασία που έχει η συμπερίληψη των κινεζικών μετοχών και ομολόγων σε αυτούς τους διεθνείς δείκτες, θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των συναλλαγών που αφορούν μια παγκόσμια αγορά τρισεκατομμυρίων δολαρίων στηρίζεται ακριβώς στην παρακολούθηση των τάσεων αυτών των δεικτών. Αυτό σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη εισροή κεφαλαίων στην Κίνα.

Αυτή τη στιγμή οι συνολικές κατοχές ομολόγων από ξένους έχει φτάσει τα 578 δισεκατομμύρια δολάρια και άλλα 228 δισεκατομμύρια δολάρια ανήκαν σε εξωχόριες οντότητες μέσω των διασυνδέσεων του Χονγκ Κόνγκ με τις αγορές της κινεζικής ενδοχώρας.

Μάλιστα, τα κινεζικά ομόλογα προσφέρουν καλύτερες αποδόσεις σε σχέση με τους αντίστοιχους τίτλους του αμερικανικού δημοσίου.

Γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και η λογική των αγορών

Όλα αυτά υπογραμμίζουν ότι οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι τάσεις των αγορών δεν ταυτίζονται. Οι γεωπολιτικές επιδιώξεις δεν είναι πάντοτε συγκαλυμμένοι οικονομικοί υπολογισμοί, ακόμη και εάν η πολιτική των ΗΠΑ μοιάζει να είναι προληπτική αναμέτρηση με την οικονομική άνοδο της Κίνας, ενώ ο πραγματικός βαθμός αλληλεξάρτησης των διαφορετικών οικονομιών είναι μεγαλύτερος των διαφόρων «διαχωριστικών γραμμών» που τίθενται. Κάτι που απλώς υπογραμμίζει την πραγματική πολυπλοκότητα της παγκόσμιας οικονομίας.

 

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο