Στο Αναγνωστικό της πρώτης Δημοτικού, τα χρόνια που πρωτοπήγα εγώ σχολείο, υπήρχαν δύο παιδικοί χαρακτήρες, η Βασδέκη και ο Γκίκας. Θυμάμαι μάλιστα και την εικονογραφημένη σελίδα όπου «η Βασδέκη τραγουδά και ο Γκίκας χοροπηδά». Στον μισό και πλέον αιώνα που έχει περάσει από τότε δεν γνώρισα καμία γυναίκα με το όνομα Βασδέκη και σε Γκίκα, τον μόνο που έχω ακουστά είναι ο Χαρδούβελης. Σε εκείνα τα αλφαβητάρια του Γραμματόπουλου οι αναφορές έρχονταν από τα βάθη της δεκαετίας του 1950, τότε που πιθανόν υπήρχαν Βασδέκες πριν τις διαδεχθούν οι Μπέτες και οι Ντέπες της δικής μου γενιάς για να φτάσουμε στις σημερινές Πενθεσίλειες και Αγαύες. Και αν αλλάζουν, μέσα στις δεκαετίες, οι μόδες στα ονόματα, πόσω μάλλον στις λέξεις. Οχι μόνο γιατί εξελίσσεται και εμπλουτίζεται η γλώσσα αλλά και διότι επικρατούν, κατά περιόδους, διάφορες, ας τις πούμε, «γλωσσικές αισθητικές». Που δίνουν ταυτότητα σε εποχές και νοοτροπίες. Αλλο το εφέ του μπανιερού και άλλο του μαγιό.

Ας πούμε, στα πρώτα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, μιλούσαμε τα «κουμουνιστικά ελληνικά». Ετσι όπως τα φανταζόμασταν, ανόθευτα από τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Με πολλά «ωρέ», «κοπιάστε», «τσουκάλια», «φιλέματα», «κοπελιές», «σπιτικά», «γειτονόπουλα», «συντρόφους» και «συντρόφισσες». Να αποπνέει βρε παιδί μου η γλώσσα χωματίλα, τίμιο ιδρώτα και αλληλεγγύη. Σε ένα τέτοιο λεκτικό περιβάλλον και τον Νίκο θα τον πεις Νικόλα και τη Δέσποινα Δέσπω. Θυμάμαι έναν γνωστό και αγαπητό λογοτέχνη που, όταν μαζεύονταν στο σπίτι με τους φίλους για φαγητό, έλεγε, μεγαλόστομα, στη γυναίκα του, τη Μαίρη: «Μάρω, φέρε το καρβέλι». Και η «Μάρω» που την έλεγαν «Μαίρη» έφερνε το ψωμί του τοστ διότι αυτό έτρωγαν.

Αυτό μετεξελίχθηκε στη «γλώσσα ΠΑΣΟΚ» που όσο αυτοί που τη μιλούσαν ανακάλυπταν τα πακέτα Ντελόρ και αντικαθιστούσαν τα ζιβάγκο και τα μπουφάν με κουστούμια, τόσο επέμεναν στα στερεότυπά της. (Ναι μεν θα ανακαλύπτουμε τη γλυκιά γοητεία της μπουρζουαζίας αλλά θα διαβάζουμε τους Financial τους Times, θα λέμε το «κάνω» «κάμω» και θα μιλάμε για ανταμώματα αντί για συναντήσεις). Και ο απόηχός της κατακάθισε σε ένα λανγκάζ που συνοδεύει εξαιρετικά τσίπουρα, σερμπέτια, «αδιαμεσολάβητες» συνταγές (το έχω δει και αυτό) και «τηγανιστές» πατάτες.

Η λέξη – στοίχιση των ημερών μας είναι το «μπόλι». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει καταγραφεί ως το αναγνωριστικό του σκληροπυρηνικού αντιεμβολιαστή. Εχουν οι διαφορετικές λέξεις, όταν σημαίνουν το ίδιο πράγμα, σημασία; Πάντα έχουν σημασία οι λέξεις, ειδικά όταν επιλέγονται, έστω και ασυνείδητα, με σκοπιμότητα. Και το «μπόλι» αντηχεί απαξίωση για την επιστήμη και την ορολογία της, αποδόμηση της σπουδαιότητάς της, δυσπιστία στην εξέλιξη. Και επειδή οι λέξεις έχουν και ήχο, είναι, βρε παιδί μου, σαν βρισιά, σαν φτύσιμο. Και από την άλλη, υπάρχει εκείνο το παλιακό και τόσο τρυφερό «βατσίνα», σαν να ακούγεται από μια εποχή και μια κοινωνία που ο κόσμος σεβόταν την επιστήμη διότι έβλεπε, για πρώτη φορά, πόσο ασφαλέστερη μπορεί να κάνει τη ζωή του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο