ΟΘανάσης Νιάρχος, πολύτιμος συνεργάτης και των «ΝΕΩΝ» με τις επιφυλλίδες του, είναι ένας θαυμαστής της Δημιουργίας. Η ανιδιοτέλειά του τον καθιστά θαυμαστή άλλων δημιουργών, έτσι, εκτός από το θαυμάσιο δικό του ποιητικό και δοκιμιακό έργο, έχει εμπλουτίσει τη λογοτεχνική μας ορχήστρα με επιμέλειες κειμένων ξεχασμένων ή εξαντλημένων εκδοτικά μέσα στον παμφάγο χρόνο της εποχής μας, εποχής της πλημμυρίδας ενημέρωσης. Οφείλουμε στον φίλο Νιάρχο πληθώρα συλλογών ποιητών, υπομνηματογράφων, διηγηματογράφων και δοκιμιογράφων που λειτούργησαν στην εποχή τους, αλλά είναι απρόσιτες στους σημερινούς, κυρίως νέους, διψασμένους για ενημέρωση, απόλαυση και κριτική κειμένων, κρυμμένων στις βιβλιοθήκες. Πρόσφατα ο Θανάσης Νιάρχος μού ζήτησε για πολλοστή φορά να προλογίσω ένα νέο του εύρημα, μια άγνωστη πτυχή της δημιουργικότητας ενός μείζονος ποιητή μας, του Τάσου Λειβαδίτη. Συνάμα απευθύνθηκε στον βαθιά ενημερωμένο πρωταγωνιστή Γιώργο Κιμούλη να αναπτύξει τη δική του εκδοχή για τα έργα που συνέλεξε.

Αλλά θα ξεκινήσω από μακριά. Το 1948 ήμουν 11 ετών και ο πατέρας μου μόλις είχε επιστρέψει από την εξορία και λάθρα βιών έμεινε στην Αθήνα. Εκανε ιδιαίτερα μαθήματα, όντας ένας έξοχος, όπως ομολογούν χιλιάδες μαθητές του, φιλόλογος. Μάνα και τρία αγόρια μεγαλώναμε στη Λαμία. Τα Χριστούγεννα του 1948 ο πατέρας μου, ως δώρο, μου έστειλε «Τα διηγήματα από τον Σαίξπηρ», ένα έξοχο αγγλικό ανθολόγιο με σαιξπηρικά έργα σε μορφή πεζογραφήματος. Αυτό το βιβλίο, στην άνυδρη θεατρικά και δύσκολη εποχή Εμφυλίου, με μύησε και με οδήγησε ασφαλώς στα πρωτότυπα θεατρικά κείμενα που υπήρχαν στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Το εγχείρημα του άγγλου διασκευαστή ήταν και παιδαγωγικό και απολαυστικά αναγνωστικό, αλλά και, κυρίως, ένα μονοπάτι που σε οδηγούσε κατευθείαν στον ποιητή του θεάτρου Σαίξπηρ. Αλλά και για άλλους λόγους που αντιλήφθηκα αργότερα ήταν γοητευτικά αξιανάγνωστο το έργο. Ο Σαίξπηρ γνωρίζουμε πως αντλούσε τις υποθέσεις των έργων του από γνωστά, λαϊκά πεζά αφηγήματα, τις νουβέλες. Οι νουβέλες ήταν τροφή πνευματική για ευρύ κοινό στην ιταλική, κυρίως, Αναγέννηση. Λειτούργησαν και για τον Σαίξπηρ, αλλά και για τον Γκαίτε (ο «Φάουστ» είναι μια μεσαιωνική λαϊκή ιστορία) ως στημόνι για να υφάνουν οι ποιητές με το ιδιοφυές υφάδι τους μεγάλα αριστουργήματα. Λαϊκό αφήγημα ήταν και ο «Αμλετ» και ο «Δον Κιχώτης». Ο Σαίξπηρ είχε στη διάθεσή του μεταφρασμένες στα αγγλικά τις ιταλικές νουβέλες, γι’ αυτό και όλα περίπου τα έργα του, πλην των ιστορικών της Αγγλίας έργων (Ριχάρδοι, Ερρίκοι κ.λπ.), έχουν ήρωες με ιταλικά ονόματα (Αντώνιος, Κλεοπάτρα, Ιούλιος Καίσαρας, Βιόλα, Ιουλιέτα, Μερκούτιος, Μαλβόλιο, Μιράντα, Ρωμαίος, Πρόσπερο κ.ά.). Ακόμα και στον «Αμλετ», που προέρχεται από μια δανέζικη ιστορία, κάποια από τα άλλα ονόματα είναι ιταλικά, γιατί βέβαια αντλήθηκε από ιταλική νουβέλα.

Είναι, πράγματι, μια γοητευτική και αποκαλυπτική εμπειρία αυτή η περιπέτεια. Αυτό το προηγούμενο μας ερμηνεύει και το πώς ένας μείζων ποιητής μας μάς κληροδότησε μια έξοχη ανθολογία σαιξπηρικών έργων σε μορφή νουβέλας. Η πρόσφατη περιπέτεια του τόπου (μέσα σε δεκάδες άλλες), η δικτατορία του 1967, οδήγησε πολλούς κυνηγημένους ιδεολογικά αντίπαλους του φασιστικού μορφώματος να αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης. Π.χ., ο Τάσος Βουρνάς με ψευδώνυμο μετέφρασε αρχαίους ιστορικούς. Πολλοί συγγραφείς, λογοτέχνες και επιστήμονες έγιναν πλασιέ βιβλίων με δόσεις, δημοσιογράφοι έγραφαν με ψευδώνυμα. Ετσι και ο Τάσος Λειβαδίτης συνεργάστηκε με το λαϊκό, αξιοπρεπές περιοδικό «Φαντάζιο» (όπου εργαζόταν και ο φίλος, κινηματογραφικός κριτικός Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, με ψευδώνυμο κι αυτός). Εχοντας υπ’ όψιν τους οι άνθρωποι των γραμμάτων την πολύ διαδεδομένη εκδοτική συνήθεια στην Ευρώπη της εκλαϊκευτικής, για παιδαγωγικούς κυρίως λόγους, διασκευής διάσημων έργων για χρήση των παιδιών, ως μύηση στην ωριμότερη ηλικία τους των πρωτοτύπων, προχώρησαν σε ανάλογη ελληνική, εκδοτική προσπάθεια. Ο κυνηγημένος Λειβαδίτης έγραψε στο «Φαντάζιο» ιστορίες από τον Σαίξπηρ και ιστορίες από τους μεγάλους ρώσους κλασικούς πεζογράφους (Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Πάστερνακ, Λέρμοντοφ).

Από τις εκδόσεις Μετρονόμος κυκλοφορούν οι ιστορίες από τον Σαίξπηρ και τους μεγάλους ρώσους κλασικούς, δύο τόμοι, όπου ο Λειβαδίτης με μαεστρία και με ένα έξοχο αίσθημα ευθύνης κάνει μια ανάστροφη διαδρομή. Ο Σαίξπηρ αντλούσε από πεζά ιταλών λαϊκών αφηγητών, ο Λειβαδίτης, εκκινώντας από τα αριστουργήματα του Σαίξπηρ και των ρώσων μυθιστοριογράφων, ξαναγυρίζει την αφήγηση στη μορφή της νουβέλας. Ενώ είναι σίγουρο πως η περιπέτεια αυτή ξεκίνησε για να μυήσει τους εφήβους στα μεγάλα κείμενα και να τους οδηγήσει στη μεγάλη πηγή, διαβάζοντας τα αφηγήματα του Λειβαδίτη, όπως κάθε άνθρωπος που αγαπά την ανάγνωση, ακόμη και ο υπογράφων που έχει διαβάσει πολλές φορές και έχει δει, λ.χ., την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ ή την «Ανάσταση» του Τολστόι, χαίρεται να απολαμβάνει αυτές τις αθάνατες ιστορίες στην αφηγηματική τους μορφή. Μπορεί να λείπουν η ποίηση του Σαίξπηρ και η περιγραφική, ψυχολογική δεινότητα του Ντοστογέφσκι, αλλά μιλούν οι χαρακτήρες και σε καθηλώνουν οι σχέσεις και τα πάθη.

Και ο Λειβαδίτης χαίρεται να αφηγείται, όπως ένας παππούς χαίρεται να διηγείται στα εγγόνια του, όποιας ηλικίας, τα πάθη και τα κατορθώματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα. Για να οδηγήσει τον ακροατή στην «Ιλιάδα», στην «Οδύσσεια» και στον Ομηρο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr