Στην εξαιρετική ταινία του Τζον Χιούστον «Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς» (1975), η οποία βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, ο Ντράβοτ και ο Κάρνεχαν είναι δύο βρετανοί απατεώνες που, στα τέλη του 19ου αιώνα, προσπαθούν να βρουν την τύχη τους περιφερόμενοι στην Ινδία. Φθάνουν έως μία περιοχή του σημερινού Αφγανιστάν όπου, εκμεταλλευόμενοι την αφέλεια και τις δεισιδαιμονίες των ντόπιων, καταφέρνουν να ανακηρυχθεί ο Ντράβοτ θεότητα και κάτοχος των θησαυρών της φυλής. Ωστόσο, ενώ έχουν ξεπεράσει ακόμη και τους πιο τολμηρούς στόχους τους και μπορούν να επιστρέψουν πάμπλουτοι στην Αγγλία, η απληστία, η μεγαλομανία και ο ναρκισσισμός του Ντράβοτ, τους οδηγούν στην καταστροφή.

Ο Μένιος Φουρθιώτης δεν έχει βεβαίως τη λογοτεχνική στόφα των ηρώων του Κίπλινγκ. Εχει όμως το χούι που έλεγε και η γιαγιά μου. Ο Γιάννης Τσαρούχης πάλι (ή, ορθότερα, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος αλλά ο κορυφαίος ζωγράφος μας ήταν αυτός που έκανε γνωστή τη ρήση του) το έλεγε αλλιώς. «Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» – κλισέ πλέον αλλά τα κλισέ γίνονται κλισέ επειδή αποτυπώνουν αλήθειες. Θεραπευτής; Θεραπευτής. Επιστήμων της NASA; Επιστήμων της NASA; Δημοσιογράφος; Δημοσιογράφος. Παράγοντας; Παράγοντας. «Βασιλιάς» όπως ο Ντράβοτ στο Αφγανιστάν; «Βασιλιάς». Επιχειρηματίας που δικαιούται επιδότηση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ όπως ο Φουρθιώτης στην εποχή της πανδημίας; Αυτό. Κι αν ο βρετανός τυχοδιώκτης του Κίπλινγκ κέρδισε τη «θεοποίησή» του εξαιτίας των προλήψεων περί υπερφυσικού, ο κρατούμενος πλέον τηλεπαρουσιαστής (και ό,τι άλλο) μηδένισε την απόσταση από το περιθώριο στην κεντρική πίστα της φαντασίωσής του με «όπλο» κάτι πολύ πραγματικό σήμερα στην Ελλάδα. Την αυθάδεια της γραφικότητας. Και τις βλαβερές συνέπειές της.

Εχουμε εξοικειωθεί με τη γραφικότητα εδώ και κάμποσα χρόνια. Σε κάποιες περιπτώσεις, την μπερδέψαμε με την καλτ κουλτούρα που, εξ ορισμού, δεν διεκδικεί μεγάλο μερίδιο, σε αντίθεση με το αδηφάγο και το επεκτατικό του γραφικού στοιχείου. Την απενοχοποιήσαμε διότι, ενίοτε, ήταν διασκεδαστική. Και την αφήσαμε να κρυφογιγαντώνει. Νομίσαμε ότι μπορούμε να της επιβληθούμε και, τελικά, επιβλήθηκε εκείνη. Ετσι ώστε να μην είναι αναγνώσιμη η επικινδυνότητά της. Οταν βλέπαμε τον Φουρθιώτη να βγάζει πύρινους τηλεοπτικούς λόγους σε ακατάληπτα ελληνικά ή να ανακοινώνει ίδρυση κόμματος υπογράφοντας το χαρτί με τις θεαματικότητες, γελούσαμε. Δεν το έκανε όμως για να γελάσουμε.

Ο Μένιος Φουρθιώτης νόμιζε πως θα γινόταν ή μάλλον πως ήταν ήδη βασιλιάς. Σε μια εποχή όπου, κυρίως λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της εικονικής πραγματικότητας που έχουν συνθέσει, ο ναρκισσιστικός αυτοπροσδιορισμός εκφράζεται με άκρα γραφικότητα ακόμη και όταν φοράει ιδεολογικές στολές – κυρίως τότε θα έλεγα. Και, για να θυμηθούμε και άλλες ταινίες, πόσοι δεν αισθάνονται πώς γίνονται «Βασιλιάς για μια νύχτα» όταν μια ανάρτησή τους σπάει το ρεκόρ των likes τους; Ενώ, στην αλήθεια τους, πρωταγωνιστούν στον «Βασιλιά της μοναξιάς».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο