«Βλέπω ακόμα τους συντρόφους μου στριμωγμένους κάτω από τα πορτρέτα του Μαρξ, του Ενγκελς και του Λένιν, ξεθεωμένους από τη δουλειά στο κρύο που έπεφτε ίσαμε τους μείον σαράντα πέντε βαθμούς, να ακούν τις διαλέξεις μας για θέματα τόσο απομακρυσμένα από αυτό που ζούσαμε. Συλλογιζόμουνα τότε με συγκίνηση ότι ο Προυστ, μέσα στην υπερθερμασμένη και επενδυμένη με φελλό κάμαρά του, θα ένιωθε πολύ ξαφνιασμένος και ίσως συγκινημένος μαθαίνοντας πως, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, κάποιοι φυλακισμένοι Πολωνοί, μετά από μια ολόκληρη μέρα μέσα στο χιόνι και στο κρύο (…) άκουγαν με έντονο ενδιαφέρον την ιστορία της δούκισσας ντε Γκερμάντ, τον θάνατο του Μπεργκότ και όλα όσα μπορούσα να θυμηθώ από εκείνον τον κόσμο των πολύτιμων ψυχολογικών ανακαλύψεων και της λογοτεχνικής ομορφιάς».
ΓΙΟΖΕΦ ΤΣΑΠΣΚΙ (1944)

Κυβερνητικοί, συνοδοιπόροι και λοιποί καλοθελητές δεν έχουν κουραστεί αυτούς τους μήνες του lockdown να μας υπενθυμίζουν και τη φωτεινή του πλευρά: τις μικρές χαρές που αίφνης ανακαλύψαμε στο οικογενειακό μας περιβάλλον, τα βιβλία που επιτέλους βρήκαμε χρόνο να διαβάσουμε, το άπλετο διάστημα που μας προσφέρθηκε για να συλλογιστούμε ποιοι είμαστε, προς τα πού βαδίζουμε, αύριο τι θα μας ξημερώσει… Δίχως να θέλω να αμφισβητήσω ότι υπήρξαν και τέτοιες περιπτώσεις, τείνω μάλλον να πιστέψω πως κυριάρχησε το αντίθετο: η αίσθηση ενός χρόνου «ακίνητου», τροφοδότη μιας αβάσταχτης ανίας. Η εσωτερική ζωή του καθενός μας, η αποκαλούμενη και πνευματική, προϋποθέτει κάποιου είδους εθισμό, κάποιας μορφής προϋπηρεσία. Δεν ανθίζει ως δια μαγείας κάτι προ πολλού απότιστο και ξεραμένο.

Το ίδιο το lockdown, τουλάχιστον για τους περισσότερους, δεν ήταν παρά μια χλωμή απομίμηση εγκλεισμού, τόσο συγγενική προς τον αυθεντικό εγκλεισμό όσο και το συνάχι με την πνευμονία. Εάν ζούσε σήμερα ο Γιόζεφ Τσάπσκι (1896-1993) θα χαμογελούσε μελαγχολικά με την ευρηματική χρήση των sms και τις νέες δυνατότητες που αποκαλύπτει επί πανδημίας η παραδοσιακή αγάπη για τα τετράποδα. Εκείνος δεν είχε ανάλογες ευκαιρίες, έστω και πρόσκαιρου απεγκλωβισμού. Πολωνός αριστοκρατικής καταγωγής, γεννημένος στην Πράγα, κοσμοπολίτης, γαλλομαθής και γαλλοτραφής, παρουσιάστηκε να καταταγεί ως έφεδρος αξιωματικός και να υπηρετήσει την πατρίδα του, την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, μόλις οι Γερμανοί παραβίασαν τα σύνορα της Πολωνίας και πυροδότησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε λιγότερο από ένα μήνα θα αιχμαλωτιστεί από τους Σοβιετικούς, ως άμεση και απτή συνέπεια του συμφώνου Μολότοφ – Ρίμπεντροπ. Κακοτυχία, θα έλεγε κανείς, όχι όμως και η χειρότερη δυνατή, εάν αναλογιστεί πως, σε αντίθεση με χιλιάδες άλλους ομοεθνείς του, ο Τσάπσκι επέζησε και δεν σφαγιάστηκε από τους Σοβιετικούς -με πιο διαβόητη τη σφαγή στο δάσος του Κατίν (1940) – προκειμένου να ξεριζωθεί άπαξ και δια παντός η πολωνική πολιτική, πνευματική και στρατιωτική καθοδήγηση. Ο Τσάπσκι έμεινε στα χέρια των Σοβιετικών για δεκαοκτώ μήνες, έως ότου ένα άλλο καπρίτσιο του Χίτλερ – η αθέτηση του γερμανοσοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης – δρομολογήσει ακούσια την απελευθέρωσή του.

«Αυτό το δοκίμιο για τον Προυστ εκφωνήθηκε τον χειμώνα του 1940-1941 στον κρύο κοιτώνα ενός εγκαταλελειμμένου μοναστηριού που μας χρησίμευε σαν τραπεζαρία στο στρατόπεδο φυλακισμένων του Γκριαζόβιετς, στη Σοβιετική Ενωση». Ετσι ξεκινάει την εισαγωγή του ο Τσάπσκι, στη γαλλική γραπτή απόδοση των διαλέξεών του για το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μαρσέλ Προυστ (1871-1922), που θα δημοσιευθεί το 1944 υπό τον τίτλο Ο Προυστ αντίδοτο στην κατάρρευση (εκδόσεις Ποταμός, 2021, σε έξοχη μετάφραση της Λίζυ Τσιριμώκου). Αλλόκοτο σκηνικό για διαλέξεις λογοτεχνίας και ακόμη πιο αλλόκοτο αντικείμενο διαλέξεων: πόσο μπορεί να ενδιαφέρει το αστικό «σύμπαν» του Προυστ εκατοντάδες εξαθλιωμένους αιχμαλώτους ενός πολέμου, στον οποίο δεν πρόλαβαν να συμμετάσχουν και επιζώντες μιας σφαγής, από την οποία παρά τρίχα γλίτωσαν;

Την προφανή εξήγηση σπεύδει να δώσει ο ίδιος ο Τσάπσκι: ναι στο «σύμπαν» του Προυστ, διότι το «σύμπαν» του Προυστ… επιτρέπεται. Αλλα «σύμπαντα» στάθηκαν λιγότερο τυχερά. «Μερικοί από εμάς», διευκρινίζει, «βάλθηκαν να δίνουν διαλέξεις στρατιωτικού, ιστορικού και λογοτεχνικού περιεχομένου. Αυτό κρίθηκε αντεπαναστατικό από τους τότε επιστάτες μας και ορισμένοι από τους εισηγητές εκτοπίστηκαν πάραυτα προς άγνωστη κατεύθυνση». Αντιθέτως, το «σύμπαν» του Προυστ κρίθηκε θεματικά ανώδυνο· ούτε καν πέρασε από το μυαλό των δεσμοφυλάκων η θεραπευτική του επίδραση στον ψυχισμό των εγκλείστων. «Η χαρά της δυνατότητας συμμετοχής», σημειώνει ο Τσάπσκι, «σε μια πνευματική προσπάθεια που λειτουργούσε ως απόδειξη ότι είμαστε ακόμα ικανοί να σκεφτόμαστε και να αντιδρούμε σε πνευματικά ζητήματα εντελώς άσχετα με την τότε πραγματικότητά μας έβαφε ρόδινες εκείνες τις ώρες που περνούσαμε μέσα στη μεγάλη τραπεζαρία της πρώην μονής, σε ένα παράξενο σκασιαρχείο όπου ξαναζούσαμε έναν κόσμο που τότε μας φαινόταν χαμένος για πάντα».

Η συστηματική προπολεμική επαφή του Τσάπσκι με το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο οφείλεται σε μια ακόμη παρά τρίχα μοιραία «ατυχία» του: το 1926 προσβάλλεται από τύφο και, καθώς αναρρώνει κλινήρης στο Λονδίνο, βρίσκει όλη την απαιτούμενη χρονική άνεση για να διαβάσει το πολύτομο έργο του Μαρσέλ Προυστ.  Τώρα, στο σοβιετικό στρατόπεδο φυλακισμένων, δίχως καμία άλλη βοήθεια πέρα από την ασυνήθιστα σφριγηλή μνήμη του – «το τελευταίο γαλλικό βιβλίο που είχα δει ήταν πριν από τον Σεπτέμβριο του 1939» – ανακαλεί τις «χιλιάδες πυκνογραμμένες σελίδες», στις οποίες «επέστρεφα πάλι και πάλι, άπειρες φορές, εντοπίζοντας πάντα στο κείμενο νέους τόνους και νέες προοπτικές».

Μοιράζεται με τους συγκρατούμενούς του τη μέθεξη και τον θαυμασμό του για έναν συγγραφέα που «θάφτηκε μέσα στο έργο του», εφαρμόζοντας την αθάνατη προτροπή του Γκαίτε: «Στη ζωή του δημιουργού, η βιογραφία πρέπει και μπορεί να μετράει μέχρι περίπου τα τριάντα πέντε, στη συνέχεια εκείνο που πρέπει να αποκτά κεντρικό και ολοένα αποκλειστικότερο ενδιαφέρον δεν είναι η ζωή, αλλά το αποτέλεσμα του αγώνα του με το υλικό του έργου του». Ο Προυστ, εκούσιος αναχωρητής από την παρισινή κοσμική ζωή, απομονώνεται σε μια κάμαρα με πρωτόγονη ηχομόνωση (ταπετσαρία από φελλό), προκειμένου να καταγράψει και να διεισδύσει – όπως κανένας άλλος πριν από αυτόν, κανένας άλλος μετά από αυτόν – στο κοσμικό «σύμπαν» που μόλις απαρνήθηκε. «Μια ζωή άρρωστος» (το άσθμα που τον παιδεύει, επιδεινώνεται με τα χρόνια) κι έχοντας «χάσει την πίστη του σε κάθε γιατρικό, σε κάθε δίαιτα που επιχειρούσαν να του επιβάλουν», κατανοεί ότι «η πελώρια και πυρετώδης προσπάθεια που απαιτούσε από τον ίδιο η διευθέτηση του έργου του επέσπευδε τον θάνατό του» (πέθανε τελικά στα 51 του, όπως και το είδωλό του, ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ). Δεν τον νοιάζει. Είναι το δικό του σκασιαρχείο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο