Ο Ποιητής και η Μούσα

 
 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 
 

Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,

κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;

Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι

αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

 
 

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,

όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.

Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,

κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

 
 

Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.

Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.

Έρωτα ψάλλω και χαράν. Αθλία παρωδία,

αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

 
 

Η ΜΟΥΣΑ

 
 

Δεν είσαι ψεύτης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον

οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί

μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον

οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

 
 

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον

του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή

ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων

είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

 
 

Εάν η γη καλύπτεται με σκότος, μη φοβείσαι.

Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.

Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·

θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

 
 

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.

Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε

ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει

στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.

 
 

*Ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη, 1886 (Από τα «Αποκηρυγμένα», 1886-1898).

Στα «Αποκηρυγμένα» συγκαταλέγονται 27 πρώιμα ποιήματα του Καβάφη που δεν περιλαμβάνονται στο επίσημο σώμα του έργου του, στον περίφημο «καβαφικό κανόνα» (αριθμεί 154 ποιήματα).

 
 

Ο Κωνσταντίνος (Kωστής) Πέτρου Φωτιάδης Kαβάφης, τέκνο Κωνσταντινουπολιτών (ο πατέρας του, Πέτρος – Iωάννης Kαβάφης, ήταν μεγαλέμπορος με ελληνική αλλά και βρετανική υπηκοότητα) και απόγονος διαπρεπών Φαναριωτών, γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου στις 29 Aπριλίου 1863.

Με οικογενειακές ρίζες που απλώνονταν από την Πόλη έως την Aλεξάνδρεια και από την Tραπεζούντα έως το Λονδίνο, ο εξ απαλών ονύχων κοσμοπολίτης Κωνσταντίνος, ο βενιαμίν μιας πολυμελούς οικογένειας, εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα του, Χαρίκλεια Γεωργάκη Φωτιάδη, και τα αδέλφια του στη Βρετανία το 1872, μετά το θάνατο του πατέρα του.

Το 1877 η Xαρίκλεια Γεωργάκη Φωτιάδη και τα μικρότερα παιδιά της (μεταξύ αυτών, ο Κωνσταντίνος, σε ηλικία 14 ετών) επέστρεψαν στην Aλεξάνδρεια.

Κατά τη δεύτερη παραμονή του στην Αλεξάνδρεια ο Κωνσταντίνος φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Eρμής» και άρχισε, στα δεκαοκτώ του, να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό.

Πριν συμπληρωθούν πέντε χρόνια, το 1882, η οικογένεια Καβάφη αναγκάστηκε να καταφύγει εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη (εκεί βρισκόταν η οικία του πατέρα της Χαρίκλειας Γεωργάκη Φωτιάδη) εξαιτίας των ταραχών που ξέσπασαν ύστερα από ένα εθνικιστικό στρατιωτικό κίνημα.

Ο επακολουθήσας βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από το Βρετανικό Στόλο είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του σπιτιού και όλων των υπαρχόντων της οικογένειας του Κωνσταντίνου, συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων και των χειρογράφων του ιδίου.

Στην Πόλη ο δεκαεννιάχρονος Kωνσταντίνος συνάντησε όχι μόνο τους πολυπληθείς συγγενείς του αλλά και τη Bασιλεύουσα των θρύλων.

Εκεί άρχισε να ερευνά την καταγωγή του και τον εαυτό του στο πλαίσιο του ευρύτερου ελληνισμού, εκεί άρχισε να γράφει ποιήματα και άρθρα, εκεί –σύμφωνα με μια μαρτυρία– είχε και την πρώτη του ερωτική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου.

Όταν επέστρεψε οριστικά (τον Οκτώβριο του 1885) μαζί με τη μητέρα του στην Αλεξάνδρεια, αφού προηγήθηκε η καταβολή της αποζημίωσης της ασφαλιστικής εταιρείας για την κατεστραμμένη οικία της οικογένειας, ο Κωνσταντίνος αντίκρισε ερείπια.

Έχοντας εγκαταλείψει τα αρχικά σχέδιά του για καριέρα πολιτικού ή δημοσιογράφου, και αφού αποποιήθηκε τη βρετανική υπηκοότητα (κράτησε μόνο την ελληνική), ο Καβάφης προσελήφθη (το 1892) ως έκτακτος υπάλληλος στο αιγυπτιακό υπουργείο Δημοσίων Έργων, θέση που –παρά το προσωρινόν του χαρακτήρα της– κατάφερε να διατηρήσει με τη μεθοδικότητα και την ευσυνειδησία του επί τρεις ολόκληρες δεκαετίες.

Η εργασία αυτή, σε συνδυασμό με τη δραστηριοποίησή του στο χρηματομεσιτικό τομέα της Αλεξάνδρειας και τη συμμετοχή του σε τυχερά παιχνίδια, του επέτρεψε να ζήσει με σχετική άνεση έως το τέλος του βίου του.

Παράλληλα, ο Καβάφης άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα και πεζά.

Το πρώτο του δημοσίευμα ήταν το άρθρο «Tο κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν» στην εφημερίδα «Kωνσταντινούπολις», στις 3 Iανουαρίου 1886, ενώ στις 27 Μαρτίου του ιδίου έτους δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα με τίτλο «Βακχικόν» στο περιοδικό «Έσπερος» της Λιψίας.

Ο Καβάφης, που σπανίως εγκατέλειπε την αγαπημένη του Αλεξάνδρεια (ταξίδεψε μόνο πέντε φορές στο εξωτερικό και περιοριζόταν σε εκδρομές και σύντομα ταξίδια αναψυχής στην Αίγυπτο), έμεινε πρώτη φορά μόνος, χωρίς τη μητέρα του (είχε αποβιώσει το 1899) και τα αδέλφια του Παύλο και Ιωάννη – Κωνσταντίνο, με τα οποία είχε συγκατοικήσει επί μακρόν, μόλις το 1908, σε ηλικία 45 ετών.

Έκτοτε η ζωή του άλλαξε ριζικά, καθώς ελάττωσε σταδιακά τις κοσμικές εμφανίσεις του και αφοσιώθηκε στην ποίηση.

Έχοντας βρει πλέον τη δική του ποιητική φωνή, και όντας βέβαιος για την αξία της, ο Καβάφης φρόντιζε να ζει προσεκτικά, ώστε να μη δίνει αφορμές με τα του προσωπικού βίου του τόσο στην αλεξανδρινή κοινωνία όσο και στο αθηναϊκό κατεστημένο, το οποίο είχε διαβλέψει από νωρίς την απειλή που συνιστούσε ο ιδιόρρυθμος αυτός ομογενής για την ποιητική τάξη πραγμάτων στην Eλλάδα.

Ο Καβάφης, που αποτέλεσε το αντίπαλον δέος του Κωστή Παλαμά, τιμήθηκε για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα από την ελληνική πολιτεία, η οποία του απένειμε το 1926 το Aργυρό Παράσημο του Tάγματος του Φοίνικος.

Όμως, το 1932 ο Καβάφης άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο λάρυγγα.

Οι γιατροί στην Aλεξάνδρεια διέγνωσαν καρκίνο, και το ταξίδι του ποιητή (αυτό δήλωνε ο ίδιος ως επάγγελμά του) στην Αθήνα για θεραπεία απέβη δυστυχώς επί ματαίω.

Ο Καβάφης επέστρεψε στη γενέτειρά του έχοντας στερηθεί την ομιλία συνεπεία τραχειοτομίας, και εκεί απεβίωσε λίγους μήνες αργότερα, τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1933 (σε ηλικία ακριβώς 70 ετών), στο ελληνικό νοσοκομείο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του.

Σε ό,τι αφορά το καθαυτό ποιητικό έργο του με την ομολογουμένως διεθνή απήχηση, ο Καβάφης κατέλιπε μεν ένα τακτοποιημένο αρχείο (τμήματά του αξιοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από πολλούς ερευνητές), αλλά ακολούθησε μια καινοφανή εκδοτική πρακτική.

Δεν εξέδωσε ποτέ τα ποιήματά του σε μορφή βιβλίου ή συλλογής (αν και είχε δεχτεί προτάσεις για την έκδοσή τους και στα ελληνικά και στα αγγλικά), καθώς προτιμούσε να τα δημοσιεύει σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, ή και να τα τυπώνει ιδιωτικώς σε μονόφυλλα – οι αυτοσχέδιες συλλογές που σχηματίζονταν από αυτά χαρίζονταν ακολούθως στους ενδιαφερομένους.

Έτσι, η πρώτη συγκροτημένη συλλογή με τα 154 αναγνωρισμένα ποιήματα του Καβάφη κυκλοφόρησε σε βιβλίο στην Αλεξάνδρεια μετά το θάνατο του μεγάλου ποιητή.

Αυτή ακριβώς η συλλογή κυκλοφόρησε πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1948, από τις εκδόσεις «Ίκαρος».

Από τον ίδιον εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε το 1963 η προσιτή δίτομη «λαϊκή» έκδοση των ποιημάτων του Καβάφη (με φιλολογική επιμέλεια και σχολιασμό του Γ. Π. Σαββίδη), με την οποία ο μέγας Αλεξανδρινός καθιερώθηκε οριστικά στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.

 Ο Καβάφης στην Αλεξάνδρεια το 1897

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο