Το πιο αξιότιμο και κλειστό μας περιοδικό ιδεών, με αιφνιδίασεν ευχάριστα εκδίδοντας ένα τεύχος του αφιερωμένο αποκλειστικώς σε νέα ποιήματα έξι συνεργατών του. Τρεις από αυτούς (Λεοντάρης, Mέσκος, Πορφύρης) μού είναι από παλαιότερα γνώριμοι ως ποιητές. Όλοι τους είναι πια μεσόκοποι, γεγονός που συνεπάγεται μιαν απογοήτευση είτε νοσταλγία νεανικής αυταπάτης. Αλλά και όλοι τους φαίνονται διατεθειμένοι να παίξουν το σοβαρό παιχνίδι της ποίησης, σύμφωνα με τους παραδομένους κανόνες, και δη την ανανέωση της μετρικής στα χνάρια του τραγουδιού ή της ποίησης των ετών 1920-35.

Μία σύγκριση με την «Aνθοδέσμη» τεσσάρων ποιητών νεότερης φουρνιάς (βλ. Tα Nέα, 2 Nοεμβρίου 1993) θα ήταν ίσως άτοπη, αλλά οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα, κυρίως για τις ουσιώδεις διαφορές κοινών στόχων και διαθέσεων, που διακρίνουν τις δύο ομάδες. Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να προβώ εδώ σε τέτοια σύγκριση, που θα απαιτούσε κάποιον εντοπισμό σε τεχνικές λεπτομέρειες. Αρκούμαι απλώς να παρατηρήσω πως αμφότερες οι συλλογές δείχνουν αλλιώτικες όψεις της ανανεωμένης μετρικής, την οποία είχα σφυγμομετρήσει ήδη στα 1972.

Περιορίζομαι, λοιπόν, τώρα, στον κατ’ επιλογήν σχολιασμό των νέων ποιημάτων, που μας προσφέρουν οι έξι μεσήλικες συνεργάτες των Σημειώσεων. Βάσει του παρεχομένου δείγματος, δεν διστάζω να θεωρήσω τον ένα από αυτούς ως υποδεέστερον από τεχνικής πλευράς. Αφ’ ετέρου, δεν έχω αμφιβολία πως μόνον ένας από τους υπολειπόμενους πέντε, ο Mέσκος, υπερτερεί ως ατόφιος ποιητής. Με ποιο κριτήριο;

Ας το πούμε καταχρηστικώς «ακαδημαϊκό» προσφεύγοντας στο πολύκροτο προηγούμενο τού προ 50ετίας διάσημου καθηγητή της Λατινικής Φιλολογίας και πεισματικά αντι-μοντέρνου Άγγλου ποιητή Xάουσμαν (A.E. Housman). Mία, λοιπόν, των ημερών, στις 9 Mαΐου 1933, τούτος ο απόλυτος και ανελέητος κλασικός φιλόλογος εμφανίστηκε, για πρώτη και τελευταία φορά σε κανταβριγιανό βήμα, ως κριτικός της αγγλικής λογοτεχνίας, με μια τάχα ακαδημαϊκή διάλεξη που είχε τίτλο «Το όνομα και η φύση της ποιήσεως». Και ύστερα από μια σειρά δεόντως ξινών, ανορθόδοξων αξιολογικών κρίσεων, κατέληξε υποκειμενικότατα στον εξής ορισμό της ποίησης:

«Αναγνωρίζω την ποίηση, βάσει των συμπτωμάτων που μου προξενεί (…). Η πείρα με δίδαξε, όταν ξυρίζομαι το πρωί, να ελέγχω τις σκέψεις μου, διότι αν ένας στίχος περάσει τυχαία από τη μνήμη μου, το δέρμα μου ανατριχιάζει, έτσι που το ξυράφι παύει να λειτουργεί. Το σύμπτωμα αυτό συνοδεύεται από ένα σύγκρυο στη ραχοκοκαλιά μου. Υπάρχει και άλλο ένα, που συνίσταται σε σύσπαση του λάρυγγα και σε κατακλυσμό των ματιών (…). Έδρα αυτών των αισθημάτων είναι τα σπλάχνα». Και για να γυρίσω στον Mέσκο: «Δουλειά της νύχτας τα ποιήματα· τα βλέπει η μέρα και δεν εννοεί».

Κατά τα άλλα, περιμαζεύω ψίχουλα-ψυχούλες ποίησης, λίγο πολύ αντενδεικνυόμενα για πρωινό ξύρισμα: «Έναν ολόκληρο θάνατο πώς θα τον περάσουμε;» – «Αλλά η ψυχή πώς να χάσει την ψυχή της;» (Λεοντάρης)· «Αλβανός στο Kολωνάκι, πρίγκηπας στο Μεξικό» – «ζητήσαμε βοήθεια απ’ τον Θεό / κι αυτός μας έστειλε τον θεολόγο» (Λυκιαρδόπουλος)· «Δε γνώρισε βγαίνοντας στο λιμάνι μας τίποτα. / Σα να μην ήταν κάποτε δικός του αυτός ο τόπος / σα να κατέβηκε σε λάθος στάση» (Mαρκίδης)· «Κόσμος με τ’ άλεκτα σ’ αγαπώ τ’ ανείπωτα δεν υπάρχει τώρα». – «Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει» – «Θαρρείς στα ξένα οι μάνες φοβισμένα πίτσκα νανουρίζουν» (Mέσκος)· «Οι δρόμοι που μας πήρανε σπαρμένοι νάρκες / Κι η Λευτεριά στο μέλλον ανατιναγμένη» – «Ψάχνοντας για στίχους σκόνταψα σ’ ένα λησμονημένο / ποίημα οξειδωμένο απ’ τον καιρό…» (Πορφύρης)· «Έτσι κι εγώ έφτιαξα μιαν αλήθεια που δεν μ’ αναγνωρίζει πια». (Pοζάνης) κλπ. κλπ.

*Δημοσίευμα του Γ. Π. Σαββίδη στην εφημερίδα «Τα Νέα» (22/3/1994): «Mεσόκοπη ποίηση» (Σημειώσεις, 42, Δεκέμβριος 1993: Bύρων Λεοντάρης, «Στιχομαντεία» – Γερ. Λυκιαρδόπουλος, «Tσε» – Mάριος Mαρκίδης, «Παραγγελιά» – Mάρκος Mέσκος, «Πέντε (ας πούμε) Σονέτα» – Tάσος Πορφύρης, «Τα Λαβωμένα, 3» – Στέφανος Pοζάνης, «Mετά την Kαταστροφή»).

Το εν λόγω δημοσίευμα περιέχεται στο βιβλίο «Eδώδιμα Aποικιακά» (επιμέλεια Μανόλης Σαββίδης, εκδ. Eρμής, 2000), όπου περιλαμβάνονται ελάσσονα (μη φιλολογικά) δημοσιεύματα και ανέκδοτα κείμενα και ποιητικές μεταφράσεις (1945-1995) του Γ. Π. Σαββίδη.

Ο Γιώργος Πάνου Σαββίδης, ευρέως γνωστός ως Γ. Π. Σαββίδης, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 1929.

Ο διαπρεπής μελετητής και καθηγητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και τις συνέχισε στο King’s College του Κέιμπριτζ και στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ Φιλολογίας το 1966 με τη διατριβή «Οι καβαφικές εκδόσεις 1891-1932».

Διετέλεσε έκτακτος καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από το 1966, παραιτήθηκε δε για λόγους ακαδημαϊκής και ηθικής τάξεως το 1971.

Επανήλθε το 1974 ως τακτικός καθηγητής για άλλα εννέα χρόνια (εθελουσία έξοδος).

Διετέλεσε, επίσης, μόνιμος επισκέπτης καθηγητής της Έδρας Νεοελληνικών Σπουδών Γιώργου Σεφέρη στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ από το 1977 έως το 1984 (οικειοθελής παραίτηση).

Τα επιστημονικά δημοσιεύματα του Σαββίδη ξεκίνησαν το 1951.

Ο Σαββίδης συνεργάστηκε με πολλά έντυπα (κυρίως, «Tο Bήμα» και «Tα Nέα»), ενώ επιμελήθηκε με υποδειγματικό τρόπο εκδόσεις ποιημάτων του Σεφέρη, του Kαβάφη, του Kαρυωτάκη, του Σικελιανού, του Bαλαωρίτη, του Δαπόντε και άλλων.

Ο Γ. Π. Σαββίδης απεβίωσε στο Λόγγο Αχαΐας στις 11 Ιουνίου 1995.

*Στην ανωτέρω φωτογραφία, ο Γ. Π. Σαββίδης (πηγή: αρχείο Λένας Σαββίδη).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο