Τι είναι, εν τέλει, προτιμότερο: Ένας πτυχιούχος ΤΕΙ να σερβίρει σουβλάκια και καφέδες με θέα το Κανάλι του Ευρίπου ή να εργάζεται ως μισθωτός στις μεγάλες παραγωγικές μονάδες της Ριτσώνας και των Οινοφύτων; Η κοινή γνώμη των συγγενών και των φίλων πριμοδοτεί την πρώτη επιλογή – «να παίρνει και τον αέρα του το παιδί», όπως άκουσα μια μακρινή ξαδέλφη να λέει για τον γιόκα της. Άλλωστε, η ίδια, κλασσική Ελληνίδα μάνα του «ζακέτα να πάρεις» θεωρεί το «εργοστάσιο»  σκέτη καταπίεση!

Στη πρώτη περίπτωση, εκείνη της εστίασης τα πάντα είναι στον …αέρα. Το μεροκάματο δεν είναι εξασφαλισμένο και η τύχη των ενσήμων θυμίζει τηλεοπτική εκπομπή αναζήτησης αγνοούμενων ατόμων.

Στη δεύτερη περίπτωση, μισθός και ασφαλιστική κάλυψη είναι εξασφαλισμένα από τη πρώτη ημέρα όπως και οι συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως του αντικειμένου της δραστηριότητας της παραγωγικής μονάδας.

Οι εικόνες αυτές – εικόνες που κοντράρονται συνεχώς η μία με την άλλη- εκφράζουν τις κυρίαρχες αντιλήψεις της ελληνικής οικονομίας εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η μισθωτή εργασία – «μισθωτή σκλαβιά» όπως συνήθως διαβάζουμε- δεν ήταν ποτέ στο φόρτε της και ιδιαίτερα μετά την Μεταπολίτευση ή  ιδιαίτερα την εποχή του «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια» όπως θα έλεγε και η αγαπημένη Μαριλού της σειράς «Η τούρτα της μαμάς». Οι εναλλακτικές της μισθωτής εργασίας – «μια θέση στο δημόσιο, ακόμη και κλητήρας» ή «μια δική του δουλειά για να μην έχει αφεντικό πάνω από το κεφάλι του» είχαν την τιμητική τους, διαμορφώνοντας επιλογές και συμπεριφορές που πληρώθηκαν ακριβά! Κάποτε, όμως, τα ψέματα τέλειωσαν.

Η εποχή των Μνημονίων ήρθε για να λειτουργήσει καταλυτικά για την αναγκαστική εγκατάλειψη αυτών των «ονείρων»! Και όμως σε αυτή την πολύ δύσκολη πραγματικότητα η παραγωγή, για χιλιάδες λόγους, δεν κέρδισε τους πόντους εκείνους που θα της επέτρεπαν να πρωταγωνιστήσει στα οικονομικά και επιχειρηματικά δρώμενα. Η εποχή των Μνημονίων δεν κατάφερε να αλλάξει κατεύθυνση και μοντέλο στην ελληνική οικονομία και αγορά. Με το ίδιο μοντέλο συνεχίσαμε στον τουρισμό και τη φιλοξενία, την εστίαση, τη ψυχαγωγία και τη διασκέδαση. Σε γενικές γραμμές, η επιβίωση μιας δέσμης μέτριας ποιότητας προσφερόμενων υπηρεσιών σε μαζική κλίμακα δεν επέτρεψε και στις φωτεινές εξαιρέσεις να αναδειχθούν και να προσδιορίσουν τις εξελίξεις. Και αυτό συνέβη με την ανοχή ή και τη συμπαράσταση –  το λεγόμενο πολιτικό κόστος βλέπετε- των κυβερνήσεων, των φορέων της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, των Επιμελητηρίων κλπ.

Στην Ελλάδα του 2021 η καφετέρια, το «σουβλατζίδικο», το beach bar, οι «ξαπλώστρες» αλλά και οι συνεχιστές της παράδοσης των «νεωτερισμών» – γενικά, η επιχειρηματικότητα «περιορισμένων οριζόντων» έχουν μεγαλύτερο μερίδιο διασημότητας από όσο αναλογεί την πραγματική θέση τους στην ελληνική οικονομία. Η τελευταία, εν μέσω πανδημίας, αναζητά ένα νέο μοντέλο που να δίνει πρωταρχικό ρόλο στη παραγωγική επιχείρηση (ανεξαρτήτως μεγέθους και αντικειμένου) που είναι ευέλικτη και προσαρμόσιμη στα νέα δεδομένα και απαιτήσεις, ενσωματώνει καινοτομία και υψηλή τεχνολογία, διακρίνεται για την εξωστρέφεια της, καταγράφει εξαγωγικές επιδόσεις και διαθέτει ισχυρό αποτύπωμα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

Εδώ που φτάσαμε δεν επιτρέπονται πολιτικές και κοινωνικές αυταπάτες. Η επιλογή στήριξης με κάθε τρόπο της σύγχρονης εκδοχής της παραγωγικής επιχείρησης στη χώρα μας είναι μονόδρομος όπως και εκείνος της ανάδειξης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που συνοδεύει την ελληνική εκδοχή της δημιουργικής βιομηχανίας (creative industry).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο