Η επέτειος της 25ης Μαρτίου, τουλάχιστον για τη δική μου γενιά, ήταν πάντα κάπως πιο απόμακρη από αυτήν της 28ης Οκτωβρίου. Ηταν, βλέπετε, η χρονική απόσταση, δεν υπήρχαν ζωντανές μνήμες, οι γονείς και οι παππούδες μας δεν είχαν να μας πουν βιώματα όπως από τον πόλεμο του ’40 και την κατοχή. Οι αναφορές μας ήταν κάτι κακοτυπωμένες αφισέτες με τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη και την Μπουμπουλίνα και κορδέλες με «Ζήτω η 25η Μαρτίου» που κολλούσαμε στους τοίχους της τάξης. Και σκετς, πολλά σκετς όπου ιδρωκοπημένα 12χρονα ντυμένα Σουλιώτισσες (θηλέων γαρ) κοπανούσαμε τα σπορτέξ μας στη σκηνή του σχολικού θεάτρου και χορεύαμε καλαματιανό (καλαματιανό στο… Σούλι λέμε), τραγουδώντας «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι»).

Αντε η καλύτερη από εμάς να είχε και προνομιακό μονόλογο ως Δέσπω Μπότσαρη. Ακόμη και οι σχετικές με τις δύο επετείους ταινίες δεν συγκρίνονταν μεταξύ τους. Τι να μας έλεγαν δηλαδή τα ψεύτικα μούσια του Παπαμιχαήλ στον «Παπαφλέσσα» μπροστά στη Λάσκαρη και τον Φέρτη στο «Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο»;

Πότε ένιωσα το πρώτο σκίρτημα γι’ αυτήν την επέτειο, την πρώτη συγκίνηση; Ηταν, νομίζω, λίγο μετά τη χούντα όταν άκουσα το «Τσάμικο» του Χατζιδάκι σε στίχους Γκάτσου με τη φωνή του Μανώλη Μητσιά. «Στα κακοτράχαλα τα βουνά / με το σουράβλι και τον ζουρνά / πάνω στην πέτρα την αγιασμένη / χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι / Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής / κι ο γιος της Αννας της Κομνηνής». Κλειδαμπαρωνόμουν στο δωμάτιό μου και το άκουγα σχεδόν στα κρυφά.

Να το ομολογήσω; Ντρεπόμουν λίγο τότε που με συγκινούσε αυτός ο στίχος. Η χούντα μας κληροδότησε την απέχθεια προς κάθε τι εθνικό. Το εκλαμβάναμε ως εθνικιστικό. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να αποσυνδέσω – εγώ τουλάχιστον – το τσάμικο από τις χουντικές γιορτές της «Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων». Και ακόμη περισσότερα για να απενοχοποιηθούμε εντελώς και να ακούμε το «Τσάμικο», αυτήν τη φορά του Σαββόπουλου, με ανοιχτά παράθυρα.

Μοναξιά ελληνική μου

Τρεις φορές, στους στίχους αυτού του τραγουδιού, ο Σαββόπουλος χρησιμοποιεί παράγωγα της λέξης «μοναξιά». «…Τραγουδάκια μου κατάμονα, αν σας αντάμωνα, θα ‘πεφτα κάτου», «Ζήτω η Ελλάδα και κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό» και «Καλωσόρισες πουλί μου, μοναξιά ελληνική μου».  Είναι νομίζω η «μοναξιά ελληνική μου» που κουβαλάμε μέσα μας, αυτή που προσπαθούμε να ξορκίσουμε με χορούς κυκλωτικούς, και τη βγάζουμε σεργιάνι στις εθνικές μας επετείους. Η μοναξιά των μικρών κοινοτήτων μέσα στον μεγάλο χάρτη. Και οι «μικρές κοινότητες» είναι, πλέον, οι δικοί μας άνθρωποι.

Αυτήν τη συμβολική επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση αισθάνομαι πιο έντονα την απουσία των δικών μου ανθρώπων, αυτών που, συνειδητά ή ασυνείδητα, με έκαναν να μην ντρέπομαι να ακούω τσάμικα και καλαματιανά και μπάλους. Την απουσία του πατέρα μου που μου πρωτοανέφερε τον Καραϊσκάκη ως «γιο της καλογριάς», των δασκάλων μου που μου δίδαξαν την ελληνικότητα ως μέρος μίας πολυπολιτισμικότητας, τον Μάνο που μπέρδευε στις ιστορίες του τους Μακμπέθ με τον «γιο της Αννας της Κομνηνής».

Τσολιάδες και Εύζωνες

Επειδή η πατρίδα μας είναι η γλώσσα μας, ενδιαφέρουσα η γλωσσική αναφορά για το πώς περάσαμε από το «τσολιάς» στο «εύζωνας». Η πρώτη είναι λέξη τουρκικής προέλευσης, από το «τσολ» από το οποίο βγαίνει και το «τσόλι». Σημαίνει «κουρέλι» κι αυτό διότι η φουστανέλα των τσολιάδων ήταν φτιαγμένη από πολλά μικρά κουρέλια.

Το 1867, αναδείχθηκε η ομηρική λέξη «εύζωνας». Σημαίνει τον ελαφρά οπλισμένο στρατιώτη. Αλλά και τη γυναίκα με λεπτή μέση. Διακόσια χρόνια Ελληνική Επανάσταση, τρεις χιλιάδες χρόνια ελληνική γλώσσα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο