Από όσο γνωρίζω, ο αυτοσχεδιασμός παραμένει ως ένα από τα βασικά μαθήματα στις θεατρικές σχολές: εφιάλτης για ορισμένους σπουδαστές, πανάκεια για άλλους, αναλόγως με τη δυσχέρεια ή την ευχέρειά τους να ενσαρκώσουν από τη μια στιγμή στην άλλη έναν θερμοσίφωνα με ελαττωματικό θερμοστάτη, μια βρύση που στάζει, το θρόισμα της φούστας ή ό,τι διάολο κατέβει στην κούτρα του δασκάλου τους. Το θρυλικό θεατρικό «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» (1930) του Λουίτζι Πιραντέλλο ανέβηκε στην επαγγελματική αθηναϊκή σκηνή μονάχα τρεις φορές – το 1961 από τον Δημήτρη Μυράτ, το 1997 από τον Σπύρο Ευαγγελάτο και το 2018 από τον Δημήτρη Μαυρίκιο – αλλά συγκαταλέγεται στις πιο δημοφιλείς επιλογές των ερασιτεχνικών θιάσων ανά την ελληνική επικράτεια. Ναι, μας αρέσει να αυτοσχεδιάζουμε. Ακόμη και στα τηλεοπτικά παιχνίδια, όπου καλούμαστε με παντομίμα να αποδώσουμε τον τίτλο μιας ταινίας, δεν διστάζουμε μπροστά στα ολέθρια συνήθως αποτελέσματα· ιδίως όταν πρόκειται για τίτλους όπως: «Μια αιωνιότητα και μια μέρα».

Αντιθέτως, στην πολιτική σκηνή, δεν παρουσιάζουμε ούτε την ίδια ανεκτικότητα ούτε την ίδια ευελιξία. Εδώ ο αυτοσχεδιασμός σερβίρεται από τους πολιτικούς σου αντιπάλους σχεδόν πάντοτε με αρνητικό πρόσημο κι εκλαμβάνεται ως συνώνυμος της αποτυχίας σου: εκείνος που αυτοσχεδιάζει, δεν ξέρει τι να πράξει. Δεν έχει πρόγραμμα, δεν έχει σχέδιο, προχωράει βλέποντας και κάνοντας, από μέρα σε μέρα, αν όχι από ώρα σε ώρα. Από τη μικρή μου εμπειρία στην ενεργό πολιτική, μπορώ ανεπιφύλακτα να συνυπογράψω τη διαπίστωση του Τζορτζ Στεφανόπουλος στο αυτοβιογραφικό πόνημά του «Ολα πολύ ανθρώπινα» (Λιβάνης, 1999): η πλειονότητα των σύγχρονων πολιτικών είναι όμηρος των δημοσκοπήσεων. ‘

Μια καμπύλη παρακολουθούν αποκλειστικά, την καμπύλη της δημοτικότητάς τους, και βάσει των αυξομειώσεων αυτής της καμπύλης αναπροσαρμόζουν την τακτική τους. Στη μικροπολιτική, στο καθημερινό «σου ‘πα» – «μου ‘πες»,  οι πιο πολλές εθνομητέρες και οι πιο πολλοί εθνοπατέρες επικεντρώνουν την προσοχή τους και αναλώνουν την ενέργειά τους. Στον βωμό του ιερού σκοπού (τη διατήρηση της εξουσίας ή την ανάκτησή της και, σε κάθε περίπτωση, την επανεκλογή) είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν μεγαλεπήβολα σχέδια και μακρόπνοους στόχους. Εν προκειμένω, η ικανότητα του αυτοσχεδιασμού ταυτίζεται με το ένστικτο πολιτικής επιβίωσης.

Με την πανδημία του κορωνοϊού άλλαξαν οι κανόνες του παιχνιδιού. Για την ακρίβεια, καταργήθηκαν οι κανόνες· αλίμονο στον πολιτικό που δεν το πήρε χαμπάρι κι εξακολουθεί να πολιτεύεται by the book. Ο κορωνοϊός δεν κατεβαίνει στο γήπεδο για να παίξει μπάλα μέχρι τέλους και να σεβαστεί το σκορ. Εάν του κάνει κέφι, είναι σε θέση – από το πρώτο κιόλας τέταρτο – να αλλάξει το άθλημα από ποδόσφαιρο σε μπάσκετ και, πριν ο διαιτητής σφυρίξει το ημίχρονο, να την κάνει από τον αγωνιστικό χώρο και να σε καλέσει δίπλα στο κολυμβητήριο.

Ο κορωνοϊός διαρκώς αυτοσχεδιάζει. Διαρκώς μεταλλάσσεται. Με κάθε νέα του μετάλλαξη – τη βρετανική, τη νοτιοαφρικάνικη, τη βραζιλιάνικη, αύριο ποιος ξέρει ποια – επιχειρεί να μηδενίσει το εις βάρος του αποτέλεσμα και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Δεν ξέρω εάν ο Θεός υπάρχει – πόσω μάλλον εάν βάζει τα γέλια, όπως λένε, όποτε εμείς κάνουμε σχέδια. Ξέρω όμως ότι ο κορωνοϊός υπάρχει και ξεκαρδίζεται. Εάν δεν γίνει αντιληπτό πως ο αυτοσχεδιασμός αντιμετωπίζεται – όσο αντιμετωπίζεται – μονάχα με αυτοσχεδιασμό, θα συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε (και να σκανδαλιζόμαστε) γιατί ανοίγουν τα κομμωτήρια και οι αρχαιολογικοί χώροι, αλλά όχι τα βιβλιοπωλεία και τα εστιατόρια. Εικάζω ότι η κυβέρνηση δεν αποσκοπεί σε καλοχτενισμένους αρχαιολάτρες πολίτες που δεν θα ανοίγουν σελίδα και θα πεθαίνουν της πείνας. Εικάζω. Οχι πως είμαι και σίγουρος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο