«Θα δηλώσω να εμβολιαστώ κι εγώ κάποια στιγμή… Φαντάζομαι…Μέσα σε μια μέρα δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε»

Αν τα πράγματα σε αυτήν τη χώρα εξελίσσονταν εντός κάποιων λογικών πλαισίων, κανονικά, η απάντηση αυτή θα έπρεπε να έχει δοθεί στην προβλήτα του Πειραιά, κατακαλόκαιρο, Αύγουστο του 2021, με τα νέα κρούσματα να μην ξεπερνούν τα 20 ημερησίως, από κάποιον 20χρονο που με τον σάκο στην πλάτη, ετοιμάζεται να μπει στο πλοίο για Κυκλάδες.

Η απάντηση αυτή όμως, δόθηκε χθες.  Μάρτιο του 2021, εν μέσω μεταλλάξεων και έξαρσης της πανδημίας, με χιλιάδες νέα κρούσματα καθημερινά, με το σύστημα υγείας να έχει υπερβεί τα όρια του, από έναν εργαζόμενο νοσοκομείου, με θεσμικό μάλιστα ρόλο, τον πρόεδρο εργαζομένων του Ογκολογικού Νοσοκομείου Μεταξά, κύριο Θωμά Κατσικάρο.

Το ότι νοσηλευτές, και άλλων κατηγοριών εργαζόμενοι στα ελληνικά νοσοκομεία δεν έχουν επιδείξει ιδιαίτερο ενθουσιασμό στο να εμβολιαστούν ήταν γνωστό.

Όμως το γεγονός ότι 24 εργαζόμενοι του Ογκολογικού Νοσοκομείου Μεταξά βρέθηκαν θετικοί στον κορωνοϊό έδωσε νέα διάσταση στο ζήτημα, καθώς αποκάλυψε πως το ποσοστό του προσωπικού του συγκεκριμένου νοσοκομείου που αρνείται να εμβολιαστεί, φτάνει στο 45%.

Σχεδόν οι μισοί, δηλαδή, από όσους εργάζονται σε ένα από τα μεγαλύτερα ογκολογικά νοσοκομεία της χώρας, που αναλαμβάνει τη φροντίδα ανθρώπων με χρόνια και σοβαρά προβλήματα υγείας, αρνούνται να εμβολιαστούν κατά της πιο θανατηφόρας πανδημίας των τελευταίων δεκαετιών.

Ο ίδιος ο διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου Μεταξάς, κος Παύλος Σαρώφ χαρακτήρισε ως ιδιαίτερα χαμηλό το ποσοστό των εμβολιασμένων εργαζομένων (55%), δηλώνοντας: «Για μένα είναι χαμηλό και το 90%. Πρέπει να είναι εμβολιασμένο το 100%. Πρέπει όλοι στα νοσοκομεία να εμβολιαστούν».

Εκτός όμως από τον κύριο Σαρώφ,  η ίδια η κοινή λογική είναι αυτή που κρίνει το συγκεκριμένο ποσοστό εμβολιασμένων ως εξαιρετικά χαμηλό και επικίνδυνο.

Είναι ασφαλώς δικαίωμα του καθενός να επιλέξει αν θα εμβολιαστεί ή όχι.

Όμως, όπως συμβαίνει και με κάθε άλλο δικαίωμα στις οργανωμένες κοινωνίες, θα πρέπει να «ζυγίσουμε» ως κράτος και ως κοινωνία τις συνέπειες που έχει η άσκηση του δικαιώματος αυτού έναντι του κοινού συμφέροντος. Ιδιαιτέρως μάλιτα, όταν το επικαλούνται άνθρωποι που εργάζονται στον χώρο της Υγείας και ως εκ τούτου στα δικά τους χέρια εμπιστευόμαστε τη φροντίδα ανθρώπων με κλονισμένη υγεία.

Πρέπει να βρεθούν τρόποι, ενδεχομένως μέσω αλλαγής χώρου ή και αντικειμένου εργασίας, όσων νοσοκομειακών αρνούνται να εμβολιαστούν, ώστε η άσκηση του δικαιώματός τους να αρνούνται να μην ισοδυναμεί με έκθεση σε κίνδυνο της υγείας κάποιου άλλου.

Όταν βέβαια δεν πρόκειται καν για μια σαφή άρνηση εμβολιασμού και επίκληση του δικαιώματος αυτού αλλά για τη νοοτροπία του «δεν βαριέσαι…βλέποντας και κάνοντας», η οποία δεν θα μπορούσε να βρει ειλικρινέστερη διατύπωση από το «Θα δηλώσω να εμβολιαστώ κι εγώ…κάποια στιγμή φαντάζομαι», τότε και η επιστήμη και η λογική σηκώνουν τα χέρια ψηλά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο