Πρόσφατα ήταν η 96η επέτειος της ίδρυσης του Ολυμπιακού. Στις διαδρομές της προσωπικής μου μυθολογίας, όμως, αυτά τα γενέθλια με πήγαν πίσω, στην εύθραυστη «πατρίδα» της παιδικής ηλικίας. Τότε που ο Ολυμπιακός ήταν δεν ήταν σαραντάρης κι εγώ δεν είχα πάει ακόμη στην πρώτη Δημοτικού. Τότε δηλαδή που αποφάσισα ότι αυτή θα ήταν η ομάδα μου. Οχι, δεν έχω αναμνήσεις από κυριακάτικες ποδοσφαιρικές μεταδόσεις και τον πατέρα μου να διαβάζει αθλητική εφημερίδα. Ο δικός μου μπαμπάς δεν είχε ιδέα ποδόσφαιρο όπως και κανένα μέλος του στενού οικογενειακού μου κύκλου.
Γιατί λοιπόν έγινα Ολυμπιακός; Δεν ξέρω. Ισως επειδή ήταν η ομάδα του Πειραιά και ο Πειραιάς ήταν για μένα το μαγικό σημείο απ’ όπου ξεκινούσε το ταξίδι για τη Σύρο, τη Γη της παιδικής μου Επαγγελίας, ίσως επειδή μου άρεσε το κόκκινο χρώμα, ίσως επειδή Ολυμπιακός ήταν ένας μεγαλύτερός μου ξάδελφος – όχι πολύ κοντινός αλλά αυτός που θαύμαζα περισσότερο. Πάντως από τότε τα καλοκαίρια μου απέκτησαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν είχα λαχτάρα μόνο για τον Μίκι Μάους που κυκλοφορούσε κάθε Παρασκευή, τις κάρτες με τις φιγούρες του Ντίσνεϊ στις σοκολάτες Μέλο και τις Σημαίες του Κόσμου στη χλωρίνη Κλινέξ. Πλέον μάζευα και «χαρτάκια» με ποδοσφαιριστές που, εκτός από μια ακόμη συλλογή, ήταν και ένα «διαβατήριο» για να εισβάλω με ατού στον κόσμο των αγοριών. «Εχω δύο Γιούτσους. Ανταλλάσσω τον έναν με Σιδέρη». Ετσι κατάλαβα πως όλη, σχεδόν, η συριανή πιτσιρικαρία ήταν Ολυμπιακοί και, ίσως για πρώτη φορά, βίωσα ασυνείδητα την αίσθηση της ένταξης.

Ακόμη τότε τα του Ολυμπιακού ήταν για μένα μια υπόθεση καλοκαιρινή. Οι περιορισμοί της Αθήνας δεν άφηναν περιθώρια για ανάλογες προσβάσεις. Εως την ημέρα που ο ξάδελφός μου με πήρε, στα κρυφά, μαζί του στο Καραϊσκάκη. Δεν θυμάμαι το ματς. Θυμάμαι μόνο το χωματένιο γήπεδο, τον Γιούτσο με τις κάλτσες κατεβασμένες στους αστραγάλους, τα «πορτοκαλάκια» και τα «λεμονάκια» – πορτοκαλάδες και λεμονάδες σε πλαστικές συσκευασίες σε σχήμα πορτοκαλιού και λεμονιού αντίστοιχα. Θυμάμαι και πώς τα έψαλε η μάνα μου στον ξάδελφο όταν ανακάλυψε τι έκανα το απόγευμα της Κυριακής. …Κι ύστερα ήρθαν τα «άγρια» προεφηβικά και πρωτοεφηβικά χρόνια. Τα συνθήματα «Φέρτε μας τον Αγιαξ» μετά το Γουέμπλεϊ του Παναθηναϊκού, το «Πάρε ό,τι θέλεις Γκαϊτατζή, Γραμμό, Δομάζο και Καψή» κατά το «Πάρε ό,τι θέλεις παλιατζή από μια αγάπη που δεν ζει» του Διονυσίου, το «Στην πάντα, στην πάντα έρχεται ο Λοσάντα». Οι τηλεφωνικές φάρσες που κάναμε στον Αγγελή και τον Δεληκάρη – ποιος ξέρει πού είχαμε βρει τα τηλέφωνά τους. Κι εκείνη η ημέρα που κρεμαστήκαμε ουρλιάζοντας όλες από τα παράθυρα του σχολικού λεωφορείου για να δούμε τον Υβ Τριαντάφυλλο – ένας Ρουβάς της εποχής.

«Κορίτσι εσύ, τι θες με το τόπι;» μου φώναζε η γιαγιά μου. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως για μένα ο Ολυμπιακός ήταν, από τότε, μια αφορμή να αποδείξω, κυρίως στον εαυτό μου, ότι δεν υπάρχουν «αντρικοί» και «γυναικείοι» χώροι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο