Για άλλους γνώριμος από την παιδική τους ηλικία, ως γόνων αγροτικών οικογενειών, για άλλους πρωτόγνωρος, για όλους όμως… πρωτογενής, ο τομέας της αγροτικής παραγωγής εξακολουθεί να αποτελεί πηγή εισοδήματος για σημαντικό ποσοστό νέων στη χώρα μας, αλλά και έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Πώς, όμως, παίρνει ένας σημερινός νέος ή νέα την απόφαση να εγκαταλείψει την πόλη για χάρη του αγρού και το laptop για χάρη της αλωνιστικής μηχανής; Τρεις άνθρωποι που το τόλμησαν -και τα κατάφεραν- μας εξηγούν.

Γιώργος Κ., Κεντρική Μακεδονία

Στα 26 του χρόνια, το 2012, ο Γιώργος αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη για να επιστρέψει στο χωριό του και να αναλάβει τα αμπέλια των γονιών του. «Η ζωή στην πόλη δεν ήταν για μένα», θυμάται ο ίδιος, «οπότε εκμεταλλεύτηκα τα προγράμματα πρώτης εγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αναβαθμίσω τις καλλιέργειες στα χωράφια των γονιών μου». Ων ήδη εξοικειωμένος με τις παραδοσιακές αγροτικές πρακτικές, πίστευε ότι η μετάβαση θα ήταν εύκολη. «Δεν είχα καταλάβει πόσο είχε προχωρήσει η τεχνολογία και πόσα μπορούσα να πετύχω, αν φρόντιζα να εκπαιδευτώ περισσότερο».

Με την ένταξή του στα Σχέδια Βελτίωσης της ΕΕ το 2014, μπόρεσε να προμηθευτεί υπερσύγχρονο εξοπλισμό, ενώ μέσω των ίδιων προγραμμάτων είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και σεμινάρια που διεύρυναν τις γνώσεις του. «Τώρα, με το επόμενο πρόγραμμα σκέφτομαι να πάρω για τα χωράφια μου και… drones», τονίζει, καθώς πιστεύει πως αυτή η κίνηση θα καταστήσει τις καλλιέργειές του ακόμη πιο αποδοτικές.

Αρκούν, όμως, τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία για να εξασφαλιστεί η επιτυχία των νεαρών αγροτών; «Χωρίς μελέτη και σκληρή δουλειά, δεν γίνεται τίποτα», προειδοποιεί. «Πολλοί βλέπουν ρομαντικά την επιστροφή στο χωριό, όμως η γεωργία είναι ένα επάγγελμα πολύ απαιτητικό. Αν, όμως, ξέρεις τι θα βρεις μπροστά σου, προσπαθήσεις πολύ και πάρεις τα ρίσκα σου, οι επιδοτήσεις μπορούν να σου λύσουν τα χέρια».

Κατερίνα Σ., Στερεά Ελλάδα

Η οικογένεια της Κατερίνας δεν είχε ούτε έναν αγρότη εδώ και αρκετές γενιές. Διέθετε, όμως, ένα χωράφι 50 στρεμμάτων με ελαιόδεντρα. Επί δεκαετίες, οι ελιές παρέμεναν παραμελημένες, δίνοντας αρκετό λάδι μόνο για την ευρύτερη οικογένεια – καμιά φορά ούτε κι αυτό, αφού υπήρξαν χρονιές που κανείς δεν βρέθηκε για να τις μαζέψει. Μέχρι που η Κατερίνα αποφάσισε στα 30 της να αφήσει πίσω της την Αθήνα, όπου εργαζόταν ως λογίστρια, για να πιάσει τα δέντρα των γονιών της, εντασσόμενη στο πρόγραμμα πρώτης εγκατάστασης νέων αγροτών.

«Έκανα κάποια σεμινάρια ελαιοκομίας, πιστεύοντας θα ήταν αρκετά για να ξεκινήσω. Τελικά, τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα από ό,τι φανταζόμουν, όμως παρά τις αναποδιές, έξι χρόνια αργότερα είμαι ακόμη εδώ», λέει η ίδια. Χάρη στις αυξημένες ενισχύσεις της ΕΕ για τους νέους γεωργούς (λαμβάνουν 25% υψηλότερα ποσά ανά εκτάριο σε σχέση με τους υπόλοιπους), μπόρεσε να βρει τη στήριξη που είχε ανάγκη απευθυνόμενη σε εξειδικευμένους γεωπόνους, αλλά και να προμηθευτεί αναγκαίο εξοπλισμό.

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια που αντιμετώπισε, ήταν η παγωνιά των Χριστουγέννων του 2017-18, που όπως εξηγεί της «έκαψε τον καρπό. Αχρηστεύτηκε σχεδόν ολόκληρη η σοδειά, όμως ευτυχώς όσοι αντιμετωπίσαμε τέτοιου είδους προβλήματα είχαμε την υποστήριξη της ΕΕ. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα κεφάλαια, το πιθανότερο είναι ότι θα είχα καταστραφεί οικονομικά».

Γιάννης Α., Κεντρική Μακεδονία

Ο Γιάννης γνώριζε από πολύ μικρός ότι επιθυμούσε να αναλάβει τις ροδακινιές των γονιών του. Έτσι, έστρεψε και την εκπαίδευσή του προς αυτή την κατεύθυνση και το 2008, εντασσόμενος στο πρόγραμμα πρώτης εγκατάστασης νέων αγροτών της ΕΕ, άρχισε να καλλιεργεί τα 100 στρέμματα της οικογένειάς του, που σήμερα έχουν γίνει 200 και περιλαμβάνουν και άλλες καλλιέργειες, οπωροκηπευτικών και αρωματικών φυτών.

«Έριξα το αρχικό κεφάλαιο στην αγορά γης και πιο σύγχρονων μηχανημάτων», θυμάται. «Αργότερα έμαθα για τις επιδοτήσεις για την οικολογική γεωργία και φρόντισα να αυξήσω την ποικιλία των καλλιεργειών μου. Τώρα καλλιεργώ άλλα δυο είδη οπωροκηπευτικών, εκτός από τα ροδάκινα, και έχω φυτέψει λεβάντες σε ένα χωράφι». Το συγκεκριμένο πρόγραμμα της ΕΕ, που προβλέπει επιπλέον οικονομική υποστήριξη για τους αγρότες που εφαρμόζουν πρακτικές οικολογικής γεωργίας, έχει διπλή σημασία, καθώς στοχεύει τόσο στην οικονομική αποδοτικότητα, όσο και στη βιώσιμη ανάπτυξη και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Το επόμενο βήμα του, πάντως, ξεφεύγει από την «καθαρή» γεωργία: «Τα χωράφια μου είναι κοντά σε έναν παραδοσιακό οικισμό – κάποια σπίτια είναι χτισμένα δυο αιώνες πριν. Έμαθα ότι το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης δίνει κεφάλαια για την ανάπτυξη του αγροτουρισμού. Την άνοιξη που ανθίζουν οι ροδακινιές, εδώ όλα είναι ροζ, όποιος το βλέπει για πρώτη φορά παθαίνει την πλάκα του. Λέω να μετατρέψω το πατρικό της μάνας μου σε πανσιόν, να μπορεί να έρθει κάποιος, να δει τα χωριά μας, να επισκεφθεί τα χωράφια, να παρακολουθήσει τις διαδικασίες που ακολουθούμε… Ακόμα είμαι σε σκέψεις και συζητήσεις».

Στηρίζοντας τους αγρότες της Ευρώπης

Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα είχε επιτευχθεί χωρίς τις άοκνες προσπάθειες των νεαρών αγροτών – άλλωστε δεν λείπουν και οι ιστορίες συνομηλίκων τους που επέλεξαν να διαθέσουν τα κονδύλια της ΕΕ σε… προσωπικές αγορές ή που «δεν ήξεραν που έμπλεκαν» όταν αποφάσισαν να δοκιμαστούν στη γεωργία, με αποτέλεσμα να τα παρατούν ακόμη και μέσα στην ίδια πενταετία.


Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις, οι νέοι καλλιεργητές ίσως να μην είχαν καν την ευκαιρία να δοκιμαστούν στο επάγγελμα χωρίς τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), εξάλλου, ανήκε εξ αρχής στους κεντρικούς πυλώνες της Ένωσης, ακόμη και στην εποχή της «Ευρώπης των Έξι», στοχεύοντας στην εναρμόνιση του ευρωπαϊκού γεωργικού τομέα με την παγκόσμια αγορά, και αναγνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες που απαιτούν την συχνή στήριξή του (καιρικές συνθήκες, απότομες αυξομειώσεις της προσφοράς, κλπ).


Πλέον, εκτός των άμεσων και έμμεσων ενισχύσεων της ΕΕ, αλλά και των πρωτοβουλιών που καθιστούν ανταγωνιστικότερα τα ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα (Προστασία Ονομασίας Προέλευσης, προώθηση, κλπ), η Ένωση έχει θέσει και έναν ακόμη υψηλό στόχο, η επίτευξη του οποίου περνά μέσα από την υποστήριξη των καλλιεργητών και την παροχή κινήτρων για τη σύμπραξή τους: Την βιώσιμη γεωργία, που θα αναπτύσσεται με σεβασμό προς του φυσικούς πόρους.

Παράλληλα, συνεχίζει να υποστηρίζει κάθε κατηγορία γεωργού, από τους μελισσοκόμους και τους οινοπαραγωγούς, μέχρι τους εκτροφείς αιγοπροβάτων και τους αλιείς, ενώ εξασφαλίζει την βέλτιστη μεταχείριση των χοίρων, των ορνίθων και των υπόλοιπων οικόσιτων ζώων που εκτρέφονται εντός των συνόρων της.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο