Ακριβώς πριν από δέκα χρόνια, Μάρτιο μήνα, δεν θα έλεγα ότι περνούσα ιδιαίτερα ευχάριστα. Ως παρουσιαστής του «1821» στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ δεχόμουν διαδικτυακές απειλές σε σχεδόν καθημερινή βάση. Καθώς οι συντριπτικά περισσότερες απειλές ήταν ανώνυμες ή ψευδώνυμες δεν μπορούσα να αξιολογήσω τη σοβαρότητά τους. Πίσω από τους «Μαραθωνομάχους» ή τους «Τριακόσιους του Λεωνίδα» μπορεί να κρυβόταν ένας βαριεστημένος έφηβος που δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν άλλον εκτός από την ώρα του, μια παραστρατιωτική οργάνωση που διψούσε για δημοσιότητα και μεταπήδηση από το περιθώριο στην κεντρική πολιτική σκηνή (τότε σημειώθηκε και το big bang της Χρυσής Αυγής) ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας ατόμων χαμηλής, μετρίας ή υψηλής διαταραχής…

Μερικές φορές οι παράπλευρες πληροφορίες που αντλούσα από την απειλή – «την τάδε μέρα και ώρα θα μιλήσει εκεί· πάτε να του δώσετε… συγχαρητήρια» – επέτειναν την ανησυχία μου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εκείνοι γνώριζαν πού και πότε θα εμφανιστώ εγώ, αλλά εγώ δεν γνώριζα πού και πότε θα εμφανιστούν εκείνοι· κάθε απλωμένο χέρι αγνώστου στον δρόμο μπορούσε να επιφυλάσσει μια θερμή χειραψία ή ένα βροντερό χαστούκι. Οι πιο προνοητικοί, μάλιστα (γιατί πέτυχα και τέτοιους) σε προσέγγιζαν με χαμόγελο και, προτού προλάβεις να το ανταποδώσεις αμήχανα,  σε περιέλουζαν με βρισιές.

Κανένας δεν μπορεί να αντέξει επί μακρόν σε ανάλογο περιβάλλον αβεβαιότητας, δίχως να αποκτήσει διάφορους φαιδρούς αυτοματισμούς -όπως να εκτινάσσεται στα πισώπλατα αγγίγματα – ή να νιώσει την ανάγκη να αποταθεί σε κάποιον ειδικό, όχι απαραίτητα νευρολόγο. Ετσι κι εγώ πέρασα για πρώτη φορά στη ζωή μου από το κατώφλι της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθήνας (ΓΑΔΑ) και προσέφυγα στα φώτα της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, υπό τη στιβαρή τότε διοίκηση του Μανώλη Σφακιανάκη. Δεν ζητούσα πολλά πράγματα: μια πρώτη αξιολόγηση των απειλών· ποιες να πάρω τοις μετρητοίς, ποιες να αγνοήσω. Με ενημέρωσαν ότι δεν μπορούσαν να με… ενημερώσουν, διότι δεν τους κάλυπτε το τότε νομικό πλαίσιο· ουσιαστικά, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε πριν μου επιτεθεί κάποιος, προκειμένου να αποτρέψουν την επίθεση· μετά την επίθεση, βεβαίως, ό,τι ήθελα, στη διάθεσή μου…

Τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν ψηφίστηκε ο νόμος για την καταπολέμηση της ρητορικής του μίσους (είχα τη χαρά και την τιμή να είμαι ειδικός αγορητής, εκ μέρους των Ανεξάρτητων Δημοκρατικών Βουλευτών) ελάχιστα βελτίωσε την κατάσταση η οριοθέτηση νομικού πλαισίου. Καταφέραμε και αυτόν τον νόμο – όπως πολλούς άλλους στο παρελθόν – να τον εξευτελίσουμε δια της παρωδιακής επιλεκτικής εφαρμογής του. Τι να σου κάνει ο νόμος, εάν δεν σκοπεύεις να τον εφαρμόσεις; Ακόμη χειρότερα: τι να σου κάνει ο νόμος, εάν σου παρέχει τη δυνατότητα, όχι μονάχα να αποποιηθείς την ευθύνη σου, αλλά ακόμη και να διαψεύσεις μετά βδελυγμίας ότι φέρεις την παραμικρή ευθύνη;

Οποιος παρακολούθησε τις προάλλες την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου μας, θα πρέπει να έμεινε εμβρόντητος από την αβρότητα των πολιτικών αρχηγών μας. Φτου, να μην τους ματιάσουμε· τίποτε δεν έχουν να ζηλέψουν από τη Βουλή των Κοινοτήτων. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάθε ώρα που περνάει, κάθε λεπτό, αμέτρητα ανώνυμα ή ψευδώνυμα τρολ λοιδορούν, συκοφαντούν ή απειλούν όποιον κάνουν κέφι ή όποιον λαμβάνουν εντολή να κάνουν κέφι, διαδίδουν εξοργιστικά ψέματα με την πιο χαρακτηριστική άνεση, και οι πολιτικοί μας αρχηγοί είναι αθώοι του αίματος, δεν έχουν ιδέα για τη γίδα στη δική τους πλάτη. Πόσο μακριά μπορεί να φθάσει μια χώρα που -διαχρονικά, διακομματικά – ένα μονάχα πράγμα αποστρέφεται: την ανάληψη ευθύνης;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο