Πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια δούλευα στο ραδιόφωνο. Μοιραζόμουν καθημερινή εκπομπή με τον εξαιρετικό δημοσιογράφο Βασίλη Αδαμόπουλο. Ο Βασίλης ξεδίπλωνε για τους ακροατές μας την επικαιρότητα – πλήρως, οξυδερκώς και ισορροπημένα. Εγώ ως συγγραφέας όφειλα να κάνω τα απροσδόκητα σχόλια, να αναποδογυρίζω την εικόνα, να βάζω φυτιλιές. Λειτουργούσε ο συνδυασμός μας.

Στις προεκλογικές περιόδους, παρήλαυναν από το στούντιό μας – όπως μπροστά από κάθε κάμερα και μικρόφωνο – πολιτευτές, βουλευτές, υπουργοί. Κάποιοι αξιόλογοι, φιλότιμοι, ικανοί. Αλλοι χαλασοχώρηδες, αριβίστες και σώγαμπροι της συμφοράς. Ολοι όμως μουσικοί στην ίδια ορχήστρα που ονομάζεται πολιτικό προσωπικό της ελληνικής δημοκρατίας.

Ενα πρωί είχαμε έναν διαφορετικό καλεσμένο. Ενα επαγγελματικό στέλεχος μικρού αριστερού κόμματος. Εναν άνθρωπο με σκονισμένα παπούτσια – «κυκλοφορώ είτε με λεωφορείο είτε με τα πόδια» -, με μπαλώματα στους αγκώνες του σακακιού του, με φυλακή στην πλάτη του επί χούντας. Ηταν παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων. Η χώρα διατελούσε σε ευδαιμονία, ζούσε τον μύθο της. «Εχουμε μπει σε πολύ κακό δρόμο!» μας ανακοίνωσε ο μουσαφίρης μας.

«Τι τα θέλουμε τα μετρό και τα αεροδρόμια και τις γέφυρες; Ο καπιταλισμός επελαύνει και θα μας καταντήσει διεθνές διαμετακομιστικό κέντρο! Ο λαός έχει παραδοθεί στον πιο χυδαίο καταναλωτισμό!». «Τι θα έπρεπε να κάνει ο λαός;». «Να επιστρέψει στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Να καλλιεργεί τη γη, να ιδρώνει στις φάμπρικες, να διασκεδάζει με ρετσίνα, ουζάκι και με τραγούδια δικά μας, της χαράς και του μόχθου. Οχι με ροκ υποπροϊόντα της αμερικάνικης κουλτούρας που προπαγανδίζουν τα ναρκωτικά…». «Τα πιστεύετε αυτά;» γούρλωσα κατάπληκτος τα μάτια.

Τα πίστευε. Στο ακέραιο. Οταν χρεωκόπησε η Ελλάδα το 2010, αισθάνθηκε βαθιά δικαιωμένος. Οταν ανέλαβε υπουργός το 2015, το ‘χε βάλει σκοπό του να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό – ένιωθε σαν να ‘μπαινε απελευθερωτής στην Αβάνα, Τσίπρα κοιτούσε, Φιντέλ Κάστρο έβλεπε. Οταν μετά την ιστορική «κωλοτούμπα» και το τρίτο Μνημόνιο αποχώρησε έξαλλος από τον ΣΥΡΙΖΑ, πήρε μαζί του και το εικονοστάσι του. Τις σεπτές μορφές των προφητών και των ηρώων θα προσκυνάει έστω κι αν απομείνει ο στερνός οπαδός τους. Τα ιερά βιβλία -Μαρξ και Λένιν – θα μελετάει νυχθημερόν, θα αναζητά και θα (νομίζει ότι) βρίσκει στις σελίδες τους τις απαντήσεις για το κάθετι. Και θα τελειώσει κάποτε «ντυμένος μες στην πίστι του, σεμνότατα», ευτυχισμένος κατά τον Καβάφη.

Πολλοί ανάμεσά μας ομνύουν σε παραδοξότητες. Παραδοξότητες δηλαδή για εμάς, για τα τρισέγγονα του Διαφωτισμού, που εννοούμε όλα να τα εξετάζουμε δια της λογικής, που ηδονιζόμαστε να αναθεωρούμε, να απομυθοποιούμε. Που έχουμε ως θέσφατο την επιστήμη, ως ιδανικά τη φιλεύθερη δημοκρατία, την ανοιχτή κοινωνία, το κοσμικό κράτος. Που δεν σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας οσάκις απειλείται η ελεύθερη έκφραση, το δικαίωμα στην υγεία και την παιδεία, όποτε αμφισβητείται η ισότητα μεταξύ φύλων και των φυλών. Για πολλούς συμπολίτες μας όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν ψιλά γράμματα. Αλλά φρικτές ανορθογραφίες.

Αμα η ζωή κυλάει ομαλά, δεν τους δίνεις σημασία. Γιατί να σε ενοχλήσει η κυρία της διπλανής πόρτας που σκοπό της ζωής της έχει να προσκυνήσει κάθε γυναικείο μοναστήρι των Βαλκανίων; Γιατί να σπαταλήσεις χρόνο και σάλιο για να τσακωθείς με τον σταλινικό, με τον νεοπουριτανό της πολιτικής ορθότητας, με τον μανιώδη της αστρολογίας; Καθένας όπως τη βρίσκει. Δεν σε ενοχλούν και δεν τους ενοχλείς.

Ετσι όμως και η κανονικότητα διασαλευτεί και τα γάλατα σφίξουν, ο χαβάς του καθενός μπορεί να γίνει εκτός από κακόφωνος και θανατηφόρος.

Πώς να μεταπείσεις όσους πρεσβεύουν ότι η Θεία Κοινωνία είναι Covid free; Ή – τρισχειρότερα – ότι και να νοσήσεις από «αίμα και σώμα Χριστού» και να πεθάνεις ακόμα, θα μεταβείς εις την Ανω Ιερουσαλήμ, στην αληθινή ζωή, παρέα με όσους κόλλησες; Πώς να αντιμετωπίσεις όσους νοηματοδοτούν την ύπαρξή τους με την Πορεία του Πολυτεχνείου; Και θεωρούν την πανδημία άλλοθι για να ανασταλούν οι λαϊκές ελευθερίες, ίσως και για να επιβληθεί δικτατορία;

Θυμάσαι τον εαυτό σου σε τρελή καψούρα, να ξεροσταλιάζει εμπρός στο σπίτι της, να βαράει κουδούνια, να αδειάζει μπουκάλια, να κόβει φλέβες; Με την ίδια ένταση βιώνουν κι εκείνοι το πάθος τους. Και όσο τους λοιδορούν κι όσο τους βρίζουν, τόσο φανατίζονται. Η χλεύη των πολλών τούς τρέφει. Τους πείθει ότι είναι ξεχωριστοί.

«Εγώ δεν έκοψα τις φλέβες μου!» θα πεις. «Το απείλησα μα δεν το ‘κανα. Ξενέρωσα και πήγα παρακάτω…».

Αυτό ακριβώς ελπίζουμε για τους «σκεπτικιστές» της πανδημίας. Για τους αρνητές προσεχώς των εμβολίων. Να ξενερώσουν εγκαίρως από τις ολέθριες ιδεοληψίες τους. Να απομαγευτούν. Να αναφωνήσουν λυτρωτικά, υπό τον τρόμο έστω των διασωληνώσεων και των θανάτων: «Φτάνει, φτάνει, η μπαρούφα φτάνει! Εμένα η μάνα μου δεν με ξανακάνει!».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο