Οι εκλογές που διεξήχθησαν στη χώρα μας την 1η Νοεμβρίου 1920 υπήρξαν, κατά την άποψη αρκετών μελετητών, η κρισιμότερη εκλογική αναμέτρηση που πραγματοποιήθηκε ποτέ στη νεότερη Ελλάδα.

Και τούτο, διότι η απρόσμενη ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου, λίγους μόλις μήνες μετά την υπογραφή της περίφημης Συνθήκης των Σεβρών, και η επάνοδος των αντιπάλων του στο τιμόνι της πολιτείας επέπρωτο τελικά να οδηγήσουν στη μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισε ο ελληνισμός, στη Μικρασιατική Τραγωδία.

Ο Βενιζέλος, έχοντας δώσει σάρκα και οστά στο όραμα της «Μεγάλης Ελλάδας», της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ανέμενε δικαιολογημένα την επιβράβευση της πολιτικής και των κόπων του.

Είχε υποτιμήσει, όπως αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος, την κόπωση του ελληνικού λαού από την προηγηθείσα οκτάχρονη πολεμική προσπάθεια, αλλά και τον αρνητικό αντίκτυπο που είχε η απόφασή του να προχωρήσει στη «νεκρανάσταση» της Βουλής που είχε προκύψει από τις εκλογές του 1915, της λεγόμενης Βουλής των Λαζάρων.

Από την άλλη πλευρά, οι αντίπαλοι του Βενιζέλου, η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, είχαν συγκροτήσει ένα ισχυρότατο αντιβενιζελικό μέτωπο και είχαν κατορθώσει να εκμεταλλευτούν στο έπακρο αφενός το υποκρυπτόμενο αντιδυτικό πνεύμα και αφετέρου τις ενδοστρεφείς πατριωτικές ανησυχίες πολλών Ελλήνων.

Έτσι, μπόρεσαν να καταγάγουν μια εντυπωσιακή εκλογική νίκη, να θριαμβεύσουν επί του μεγάλου αντιπάλου τους, ο οποίος δεν κατάφερε καν να εκλεγεί βουλευτής.

Από το διπλωματικό θρίαμβο στην εκλογική συντριβή

Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 1919 συνήλθε στο Παρίσι η Διάσκεψη της Ειρήνης με τη συμμετοχή των 27 κρατών που ανήκαν στο στρατόπεδο των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Βενιζέλος είχε ήδη υποβάλει από τις 17/30 Δεκεμβρίου 1918 υπόμνημα με τις ελληνικές διεκδικήσεις στο συμβούλιο των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, ΗΠΑ, Γαλλίας και Ιταλίας).

Οι διεκδικήσεις αυτές του Βενιζέλου ήταν εναρμονισμένες με την αρχή της αυτοδιάθεσης, που είχε διακηρύξει ο τότε αμερικανός πρόεδρος, Γούντροου Γουίλσον.

Σε μια συνεδρίαση του συμβουλίου των Τεσσάρων, από την οποία απουσίαζε ο ιταλός αντιπρόσωπος, αποφασίστηκε να δοθεί η άδεια στην Ελλάδα να καταλάβει στρατιωτικά την περιοχή της Σμύρνης.

Η απόφαση αυτή εξυπηρετούσε τόσο τα σχέδια του Βενιζέλου, ο οποίος ήθελε να προστατεύσει τον εκεί ελληνικό πληθυσμό από τις διώξεις και την καταπίεση των Τούρκων, όσο και τις επιδιώξεις των συμμαχικών δυνάμεων πλην Ιταλίας, που θεωρούσαν ότι μέσω της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην περιοχή θα ήταν σε θέση να ελέγξουν αφενός την επιρροή των Ιταλών και αφετέρου την ανάπτυξη του εθνικιστικού κεμαλικού κινήματος.

Έτσι, στις 2/15 Μαΐου 1919 ελληνικά στρατιωτικά αγήματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη, και εντός ολίγου η ελληνική διοίκηση επεκτάθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την περιοχή του Αϊδινίου.

Η επακολουθήσασα Συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920) επισφράγισε το αποτέλεσμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σηματοδότησε το τέλος της πάλαι ποτέ κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Τουρκία περιοριζόταν στην Κεντρική και τη Βόρεια Ανατολία, ενώ στην Ελλάδα παραχωρούνταν το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης, η Δυτική Θράκη, τα Δωδεκάνησα πλην Ρόδου, η Ίμβρος και η Τένεδος.

Επίσης, επικυρωνόταν οριστικά η ελληνική κυριαρχία σε όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ η Ελλάδα θα ασκούσε προσωρινά (επί μία πενταετία) τη διοίκηση στην περιοχή της Σμύρνης.

Αξιοποιώντας την ευνοϊκή για τη χώρα μας διεθνή συγκυρία και ασκώντας μια άκρως αποτελεσματική διπλωματία, ο Βενιζέλος είχε καταφέρει να δημιουργήσει την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, να υλοποιήσει μέχρις ενός ορίου την περίφημη Μεγάλη Ιδέα, να επιτύχει σε μεγάλο βαθμό την εθνική ολοκλήρωση.

Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ενόσω βρισκόταν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, στο Παρίσι, ο Βενιζέλος δέχτηκε την επίθεση δύο απότακτων βασιλοφρόνων αξιωματικών, που με τις σφαίρες τους τραυμάτισαν τον έλληνα πρωθυπουργό και επέφεραν την αναζωπύρωση του εθνικού διχασμού (θύμα του υπήρξε, μεταξύ άλλων, ο σπουδαίος Ίων Δραγούμης).

Ύστερα από ολιγοήμερη ανάρρωση ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τη Βουλή αλλά και από μεγάλη μερίδα του λαού.

Ο Βενιζέλος, πιστός στη δέσμευσή του ότι θα προέβαινε στη διεξαγωγή εκλογών αμέσως μετά την υπογραφή συνθήκης και προσβλέποντας στην επιβράβευσή του από το εκλογικό σώμα, προκήρυξε εκλογές.

Ο αδόκητος θάνατος του βασιλιά Αλέξανδρου Α’ προκάλεσε την αναβολή των εκλογών, που ορίστηκαν τελικά για την 1η Νοεμβρίου 1920.

Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτέλεσε μια οδυνηρή έκπληξη για τον Βενιζέλο και το Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Ο αντιβενιζελικός συνασπισμός, η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, με ουσιαστικό ηγέτη τον επανελθόντα από την εξορία Δημήτριο Γούναρη, επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος (πρώην Κόμματος Εθνικοφρόνων), κατάφερε να πετύχει έναν πέραν πάσης προσδοκίας εκλογικό θρίαμβο (το εκλογικό σύστημα ήταν πλειοψηφικό).

Στη λεγόμενη Παλαιά Ελλάδα, όπου οι βενιζελικοί είχαν εξασφαλίσει το Μάιο του 1915 128 έδρες έναντι 56 των αντιπάλων τους, ο αντιβενιζελικός συνασπισμός συγκέντρωσε περίπου το 60% των ψήφων και απέσπασε το σύνολο σχεδόν των εδρών.

Στην Κεντρική και τη Δυτική Μακεδονία οι αντιβενιζελικοί κέρδισαν το σύνολο των εδρών, στην Ανατολική Μακεδονία τις 17 από τις 22 έδρες.

Τα εκλογικά αποτελέσματα πρόσφεραν στον αντιβενιζελικό συνασπισμό μια ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (249 από τις 369 έδρες της Βουλής).

Οι βενιζελικοί διασώθηκαν μόνο στην Κρήτη (κέρδισαν και τις 23 έδρες), στο Ανατολικό Αιγαίο και στην Ήπειρο.

Συνολικά, κέρδισαν 66 έδρες στα όρια που είχε το ελληνικό κράτος το 1915, καθώς και άλλες 52 στην άρτι απελευθερωθείσα Θράκη.

Ο ίδιος ο Βενιζέλος δεν κατάφερε καν να εκλεγεί βουλευτής στην Αττικοβοιωτία.

Κατόπιν τούτου ο ηγέτης των Φιλελευθέρων δήλωσε απογοητευμένος ότι αποσύρεται από την πολιτική και αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο