Πρωί 17ης Σεπτεμβρίου 1920 στο Κτήμα Τατοΐου. Είναι περασμένες έντεκα, και ο καιρός είναι θαυμάσιος.

Ο νεαρός βασιλιάς Αλέξανδρος πραγματοποιεί την καθιερωμένη βόλτα του με τη μοτοσυκλέτα του στο δάσος του Τατοΐου, συνοδεία όπως πάντα του πιστού του Φριτς, ενός γερμανικού λυκόσκυλου, που τον ακολουθεί κυριολεκτικά παντού.

Κάποια στιγμή, ενώ πλησιάζει εποχούμενος τη λεγόμενη Βίλα Στουρμ, ο Αλέξανδρος αντιλαμβάνεται ότι ο Φριτς δεν τον ακολουθεί.

Ανήσυχος, ο Αλέξανδρος κατεβαίνει από τη μηχανή του, για να διαπιστώσει τι έχει συμβεί με το αγαπημένο του λυκόσκυλο.

Η σκηνή που εκτυλίσσεται ξαφνικά μπροστά του, καθώς και οι ανατριχιαστικοί ήχοι που ακούγονται, τον σοκάρουν.

Ο Φριτς, εκτός ελέγχου, έχει αρπάξει μια μαϊμού που είναι δεμένη έξω από τη Βίλα Στουρμ και ετοιμάζεται να την κατασπαράξει.

Ο Αλέξανδρος επεμβαίνει αμέσως, προσπαθώντας αφενός να συγκρατήσει το λυκόσκυλο και αφετέρου να απομακρύνει τη μαϊμού, να τη γλιτώσει από το βέβαιο θάνατο.

Τότε συμβαίνει κάτι που κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί, κάτι που έμελλε να αποδειχθεί μοιραίο για το νεαρό βασιλιά.

Το ταίρι της μαϊμούς, ο αρσενικός πίθηκος με την ονομασία Μόριτς, εφορμά εξαγριωμένος στο πεδίο της μάχης και δαγκώνει με μανία τον Αλέξανδρο στην αριστερή του γάμπα.

Ο Αλέξανδρος, έκπληκτος, επιχειρεί να τον απομακρύνει, και ο Μόριτς βρίσκει την ευκαιρία να τον δαγκώσει και στο χέρι.

Το επεισόδιο λαμβάνει τέλος, και ο νεαρός βασιλιάς, νιώθοντας πολύ έντονο πόνο στις πληγές του, μεταφέρεται στη Βίλα Στουρμ, για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες.

Το βαθύτατο τραύμα στη γάμπα τού έχει προκαλέσει ακατάσχετη αιμορραγία.

Ακολούθως ο ο Αλέξανδρος μεταφέρεται στα Ανάκτορα, απ’ όπου ενημερώνει για τα διαδραματισθέντα τη σύζυγό του, Ασπασία, που βρίσκεται στην Κηφισιά.

Ο γιατρός που φθάνει στο Τατόι για να εξετάσει τα τραύματά του και να τον περιθάλψει, ο καθηγητής Χειρουργικής Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν με τα αντισηπτικά μέσα εκείνης της εποχής.

Το τραύμα στη γάμπα, σε αντίθεση με εκείνο στο χέρι του βασιλιά, είναι σοβαρότατο.

Τις μέρες που ακολουθούν ο Αλέξανδρος παραμένει κλινήρης, ενώ σταδιακά καθίσταται εμπύρετος.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, θορυβημένος από την τροπή των πραγμάτων, συγκαλεί ιατρικό συμβούλιο με τη συμμετοχή των κορυφαίων ιατρών της χώρας.

Το εν λόγω συμβούλιο εκδίδει καθημερινά δελτίο Τύπου αναφορικά με την εξέλιξη της υγείας του Αλεξάνδρου.

Δυστυχώς, η συγκρατημένη αισιοδοξία των ιατρών περί περιορισμένης τοπικής μόλυνσης διαψεύδεται, καθώς τα μολυσμένα δόντια του πιθήκου έχουν προκαλέσει φλεγμονή, που αρχίζει να επεκτείνεται προς τη βουβωνική χώρα του βασιλιά.

Οι χειρουργοί προσπαθούν με τοπικές επεμβάσεις να διευκολύνουν την εκροή του πύου που αναβλύζει από το σώμα του Αλεξάνδρου.

Ο βασιλιάς ταλαιπωρείται από αφόρητους πόνους, ενώ ο πυρετός του, μία εβδομάδα μετά το ατυχέστατο περιστατικό, φθάνει τους 40°.

Οι ιατροί του, εξαιρετικά ανήσυχοι, αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν ότι δε βρίσκονται αντιμέτωποι με τοπική φλεγμονή, αλλά με αρχόμενη σηψαιμία.

Στις μεταξύ τους συζητήσεις κάνουν λόγο ακόμη και για ακρωτηριασμό του ποδιού του βασιλιά, πρόταση που τελικά δε γίνεται αποδεκτή, μολονότι θα μπορούσε ίσως να αποδειχθεί σωτήρια.

Ο Βενιζέλος ενημερώνεται εκ νέου για την επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς και δίνει εντολή να κληθεί επειγόντως καθηγητής από το Παρίσι, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Ο ειδικευμένος στις λοιμώξεις γάλλος καθηγητής, ονόματι Βιντάλ, φθάνει όντως στην Αθήνα τη δέκατη τρίτη ημέρα της νόσου, ενώ η σηψαιμία έχει προσβάλει ήδη από τη δέκατη ημέρα τον Αλέξανδρο, που διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο, καθώς χάνει ταχέως βάρος και ταλαιπωρείται από ίκτερο.

Τις κατοπινές ημέρες, παρά τις λιγοστές αναλαμπές του ασθενούς τις πρωινές ώρες και την έλευση του καθηγητή Χειρουργικής Ντελμπέ, τα πράγματα εξελίσσονται επί τα χείρω.

Τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος πέφτει σε παροδικό κώμα.

Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος αναπνέει με μεγάλη δυσκολία.

Του δίδεται η Θεία Μετάληψη, ενώ εκείνος έχει παραληρήματα.

Λίγα λεπτά μετά τις 4:00 μ.μ. η αναπνοή του βασιλιά σταματά.

Ο Αλέξανδρος κηδεύτηκε λίγες ημέρες μετά το θάνατό του, αφού προηγήθηκε λαϊκό προσκύνημα της σορού του στη Μητρόπολη.

Ετάφη στο Τατόι, κοντά στον τάφο του παππού του, του βασιλιά Γεωργίου Α’.

Ένα σύντομο βιογραφικό

Γεννημένος στο Τατόι τον Αύγουστο του 1893, ο Αλέξανδρος ήταν ο δευτερότοκος γιος του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και της βασίλισσας Σοφίας.

Το 1917 ο Κωνσταντίνος δέχτηκε έντονες πιέσεις από τη Γαλλία και τους συμμάχους της στην Αντάντ, που πολεμούσαν τη Γερμανία.

Αν και αρνήθηκε να παραιτηθεί, δέχτηκε ωστόσο να αντικατασταθεί από τον Αλέξανδρο.

Τον Ιούλιο του 1917, λίγο μετά την έναρξη της βασιλείας του Αλεξάνδρου, η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία, την Τουρκία και τη Βουλγαρία.

Το Μάιο του 1918 τα ελληνικά στρατεύματα στη Μακεδονία συνέδραμαν τους Γάλλους και τους Βρετανούς στον πόλεμό τους κατά της Βουλγαρίας.

Στις 4 Νοεμβρίου 1919 ο Αλέξανδρος νυμφεύτηκε την Ασπασία Μάνου, κόρη του λοχαγού Πέτρου Μάνου.

Ο Αλέξανδρος βρέθηκε στην Ανατολική Θράκη τον Ιούλιο του 1920, όταν τα στρατεύματά του κατέλαβαν την Αδριανούπολη, αλλά δε μετέβη στη Μικρά Ασία.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο Αλέξανδρος άσκησε τα καθήκοντά του με υποδειγματικό τρόπο, αποφεύγοντας την παγίδα του εθνικού διχασμού και την ανάμειξη στην ενεργό πολιτική, αλλά και στηρίζοντας τις επιλογές του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο