«Η πολιτική δεν είναι θεωρία διατυπούσα δόγματα και αρκουμένη εις το να εξαγγείλη αυτά, αδιαφορούσα περί της πραγματοποιήσεως αυτών. Η πολιτική είναι ενεργός διεύθυνσις του πραγματικού βίου της κοινωνίας».

Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, Γ΄(Πάπυρος).

Ο Δημήτριος Γούναρης, που είχε την ανωτέρω αντίληψη για την πολιτική, γεννήθηκε στην Πάτρα τον Ιανουάριο του 1867.

Γιος του εμπόρου Παναγιώτη Γούναρη, ο Δημήτριος Γούναρης ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Α’ Γυμνάσιο της Πάτρας.

Ακολούθως φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας (1884-1889), μαθαίνοντας παράλληλα τέσσερις ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Ιταλικά).

Οι σπουδές του (στα πεδία της Ιστορίας, της Κοινωνιολογίας και της Φιλοσοφίας) συνεχίστηκαν και εκτός συνόρων, στη Γερμανία (Λιψία, Χαϊδελβέργη, Μόναχο), στο Παρίσι και στο Λονδίνο.

Το 1892, συνεπεία της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, ο Γούναρης επέστρεψε στην Πάτρα, όπου άνοιξε δικηγορικό γραφείο.

Χάρη στην πνευματική καλλιέργεια, την ευστροφία και την ευφράδειά του, ο Γούναρης  απέκτησε σύντομα μεγάλη φήμη ως δικανικός ρήτορας.

Ο Γούναρης πρωτοεμφανίστηκε στον πολιτικό στίβο το 1902, όταν κατήλθε στις εκλογές ως ανεξάρτητος, με κύριο σύνθημά του την πολιτική εξυγίανση.

Σε αυτήν την πρώτη προεκλογική εκστρατεία του ο Γούναρης διαπνεόταν από φιλελεύθερες αντιλήψεις, που προβλήθηκαν και υποστηρίχτηκαν από την εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη.

Η θριαμβευτική εκλογή του Γούναρη στις εκλογές του 1902 ακολουθήθηκε από λιθοβολισμό της οικίας του στην Πάτρα εξαιτίας της στάσης που τήρησε ο αχαιός πολιτικός στο ζήτημα της τότε σταφιδικής κρίσης.

Ο Γούναρης δεν κατάφερε να εκλεγεί εκ νέου στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1905, αλλά επανεξελέγη πανηγυρικά, ως πρώτος βουλευτής της περιφέρειάς του, στις εκλογές του 1906.

Ιδιαίτερα δραστήριος αλλά και ασταθής από την άποψη των πολιτικοκοινωνικών αντιλήψεων, ο Γούναρης συγκρότησε κατά τη δεύτερη θητεία του στη Βουλή μια μικρή κοινοβουλευτική ομάδα προοδευτικών καταβολών, την αποκληθείσα από τον Βλάση Γαβριηλίδη «ομάδα των Ιαπώνων», που εμφανιζόταν αποφασισμένη να συγκρουστεί με τον παλαιοκομματισμό και τη φαυλοκρατία.

Στην ομάδα αυτή συμμετείχαν επίσης οι  Στ. Δραγούμης, Εμμ. Ρέπουλης, Ανδρ. Παναγιωτόπουλος, Α. Αλεξανδρής, Π. Πρωτοπαπαδάκης και Χ. Βοζίκης.

Οι «Ιάπωνες» έδωσαν πολλές και σκληρές μάχες εντός του Κοινοβουλίου κατά του πολιτικού κατεστημένου της εποχής εκείνης, μέχρι τη στιγμή όπου κλήθηκαν από τον πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη να αναλάβουν υπουργικά καθήκοντα.

Ο ίδιος ο Γούναρης διορίστηκε υπουργός Οικονομικών τον Ιούνιο του 1908, απογοητεύοντας ασφαλώς όσους συντάσσονταν με τις μέχρι τότε απόψεις του και θεωρούσαν αναγκαία μια ριζική αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό εκείνης της περιόδου.

Αφού πρώτα προσπάθησε ανεπιτυχώς να μειώσει τα φορολογικά βάρη των λαϊκών τάξεων, ο Γούναρης υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του υπουργού Οικονομικών το Φεβρουάριο του 1909, διαφωνώντας με τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης Θεοτόκη.

Στην κατοπινή περίοδο, ο Γούναρης τήρησε αρνητική στάση απέναντι στο κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου (Γουδή, Αύγουστος 1909), ενώ δεν έθεσε υποψηφιότητα στις εκλογές του 1910.

Όμως, στις εκλογές του Μαρτίου του 1912 εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής Αχαιοήλιδος, με σαφώς αντιπολιτευτική διάθεση έναντι του νικητή των εκλογών, του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μάλιστα, ο ηττημένος από τον Βενιζέλο παλαιός πολιτικός κόσμος άρχισε σιγά-σιγά να βλέπει στο πρόσωπο του Γούναρη τον πολιτικό εκείνον ηγέτη που θα μπορούσε να ηγηθεί της αντιπολίτευσης και να αντιπαρατεθεί επιτυχώς στον μεγάλο κρητικό πολιτικό.

Η επακολουθήσασα σφοδρή σύγκρουση του βασιλιά Κωνσταντίνου με τον Βενιζέλο, που είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση του δευτέρου, έδωσε την ευκαιρία στον Γούναρη να προβεί στο σχηματισμό κυβερνήσεως, στις 24 Φεβρουαρίου 1915.

Στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού και της κορύφωσης της συνταγματικής κρίσης, με την Ελλάδα χωρισμένη στα δύο λόγω της διάστασης απόψεων μεταξύ του βασιλιά και του Βενιζέλου αναφορικά με την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσει η χώρα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γούναρης κατάφερε να ξεχωρίσει και να αναγνωριστεί ως ο κύριος ηγέτης της αντιβενιζελικής παράταξης.

Το 1917 ο Γούναρης εξορίστηκε ως γερμανόφιλος στο Αιάκειο της Κορσικής.

Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1920 και έλαβε μέρος στις κρισιμότατες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου ως επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος (πρώην Κόμματος Εθνικοφρόνων) και ουσιαστικός ηγέτης ολόκληρου του αντιβενιζελικού συνασπισμού, της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως.

Αν και θριαμβευτής των εκλογών αυτών, ο Γούναρης δεν ανέλαβε αρχικά την πρωθυπουργία, προκειμένου να μην προκληθούν έντονες αντιδράσεις από την πλευρά της Αντάντ.

Ως υπουργός Στρατιωτικών, ο Γούναρης, εν μέσω του έντονου εθνικιστικού κλίματος που κυριαρχούσε εκείνη την περίοδο, επέλεξε τη λύση της προέλασης και όχι της υποχώρησης του Ελληνικού Στρατού στο Μικρασιατικό Μέτωπο.

Στις 26 Μαρτίου 1921 ο Γούναρης, ο οποίος έτσι κι αλλιώς ήταν εκείνος που κινούσε παρασκηνιακά τα νήματα, ορκίστηκε τελικά πρωθυπουργός.

Στο διάστημα που μεσολάβησε έως τις 3 Μαΐου 1922, όταν η κυβέρνησή του παραιτήθηκε, ο Γούναρης αφενός εφάρμοσε πολιτική διώξεων κατά των πολιτικών του αντιπάλων, των βενιζελικών, και αφετέρου αρνήθηκε να δώσει εντολή για την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τα μικρασιατικά εδάφη, μολονότι ο χρόνος δρούσε πλέον εις βάρος της πατρίδας μας και ήταν πλέον εμφανέστατο ότι μόνο η διπλωματία θα μπορούσε να δώσει λύση στον εφιαλτικό γρίφο της Μικρασίας.

Μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου συνεπεία της τουρκικής αντεπίθεσης, τον Αύγουστο του 1922, ανέλαβε δράση ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος προέβη σε εκτεταμένες συλλήψεις αντιβενιζελικών, πολιτικών και στρατιωτικών.

Η αναζήτηση των υπευθύνων της Μικρασιατικής Τραγωδίας και της υποτιθέμενης προδοσίας του Ελληνικού Στρατού κατέληξε ως γνωστόν στην ιστορική Δίκη των Εξ.

Στο έκτακτο επαναστατικό στρατοδικείο που συστάθηκε τον Οκτώβριο του 1922 παραπέμφθηκαν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, πέραν του Γούναρη, οι Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Ξενοφών Στρατηγός, Μιχαήλ Γούδας, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης και Γεώργιος Χατζανέστης.

Μολονότι ο Γούναρης προσεβλήθη από τύφο και χρειάστηκε να μεταφερθεί σε κλινική, η εν λόγω δίκη δε διακόπηκε.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Νοεμβρίου 1922 ο πρόεδρος του στρατοδικείου, ο υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος, ανακοίνωσε την απόφαση των στρατοδικών: παμψηφεί καταδικάστηκαν σε θάνατο οι Γούναρης, Χατζανέστης, Στρατηγός, Πρωτοπαπαδάκης, Μπαλτατζής και Θεοτόκης, ενώ στους Γούδα και Στρατηγό επιβλήθηκε η ποινή των ισοβίων δεσμών και της στρατιωτικής καθαίρεσης.

Η απόφαση του στρατοδικείου εκτελέστηκε την ίδια κιόλας ημέρα, αφού προηγουμένως στρατιωτικό απόσπασμα είχε παραλάβει από την κλινική της οδού Ασκληπιού τον τελείως εξαντλημένο από την ασθένειά του Γούναρη.

Οι καταδικασμένοι σε θάνατο πολιτικοί και στρατιωτικοί επιβιβάστηκαν σε δύο αυτοκίνητα και οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσής τους, στη συνοικία Γουδή.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο