Ηιδέα είχε προκύψει μέσα από το νομικό θρίλερ του Αμερικανού Σκοτ Τάροου, «Οι νόμοι των πατέρων μας» («The Laws of Our Fathers»), ο οποίος εκείνη την εποχή έδρεπε ακόμη δάφνες από το ευπώλητο «Αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Ο πρωταγωνιστής του στα χρόνια του ’60 είχε αποφύγει τη στράτευση και την αποστολή στο Βιετνάμ, αντιμετωπίστηκε περίπου ως λιποτάκτης και κάποια στιγμή ήρθε αντιμέτωπος με το βασικό ερώτημα: «Θα πέθαινες για την πατρίδα;». Η απάντηση είχε ξαφνιάσει, όχι μόνον γιατί ήταν σύντομη, χωρίς να υπεκφεύγει, αλλά επειδή ξεκίνησε μια ολόκληρη συζήτηση για τον «ωφέλιμο άνθρωπο». Ωφέλιμο για τους δικούς του, αλλά και την ευρύτερη κοινωνία μέσα στην οποία κινείται. «Θα ζούσα για την πατρίδα…» είχε απαντήσει.

Πάνω σε αυτό το ερώτημα είχε στηθεί ένα μεγάλο αφιέρωμα στα «Πρόσωπα», στο ένθετο των «ΝΕΩΝ» του Σαββατοκύριακου που εκείνη την περίοδο ξεκινούσαν τη δική τους πορεία, ως μια διαφορετική έκδοση από το καθημερινό φύλλο. Ηταν αμέσως μετά την 28η Οκτωβρίου του 1999, μια εποχή ευημερίας και αισιοδοξίας, με τη χώρα και τον κόσμο να ετοιμάζονται να περάσουν στη νέα χιλιετία – και με τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μόνον καλύτερα μπορούν να πηγαίνουν. Η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση ήταν το νέο επίτευγμα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας βρίσκονταν μεν τέσσερα χρόνια μπροστά, αλλά είχαν ήδη δημιουργήσει ένα απέραντο εργοτάξιο. Η «διπλωματία των σεισμών» είχε μεταβάλει ακόμη και το κλίμα στα ελληνοτουρκικά – τα Ιμια που μόλις τρία χρόνια νωρίτερα είχαν φέρει τις δύο χώρες ένα βήμα από τον πόλεμο, έδειχναν μακρινή ανάμνηση. Και το ερώτημα έβρισκε ακροατήριο, όπως και πολλούς πρόθυμους να απαντήσουν – ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες.

Ζει ή πεθαίνει, λοιπόν, κανείς για την πατρίδα; Ναι, υπάρχει η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία στο πεδίο της μάχης που μπορεί να δώσει ώθηση στον κόσμο, αλλά ελάχιστοι είχαν δίλημμα επιλογής ανάμεσα, για παράδειγμα, στον Λεωνίδα του «Μολών λαβέ» και στον Γεώργιο Παπανικολάου του test pap. Ποιος, εν τέλει, ήταν χρησιμότερος για την κοινωνία του και την ανθρωπότητα; Σχεδόν όλοι είχαν καταλήξει ότι ο Αϊνστάιν δεν θα ήταν προτιμότερο να μνημονεύεται επειδή έφυγε σε κάποιο μέτωπο και έγινε πρότυπο ηρωισμού, όπως σχεδόν όλοι είχαν ανατρέξει και στο γνωμικό «Στον πόλεμο στρατιώτη μου αν πας για να πεθάνεις, τότε τον πόλεμο τον χάνεις», που προφανώς κρίθηκε ότι απαντούσε εμμέσως και στο αρχικό ερώτημα. Κάποιοι επικαλέστηκαν τον Βιργίλιο («Αν θες ειρήνη να ετοιμάζεσαι για πόλεμο»), αναζητώντας μια ισορροπία, ενώ στις απαντήσεις είχε βρει θέση και ο στρατηγός Πάτον – «Ο σκοπός του πολέμου δεν είναι να πεθάνεις για την πατρίδα σου, αλλά να κάνεις το άλλο καθίκι να πεθάνει για τη δική του».

Είναι προφανές, ωστόσο, ότι το ερώτημα είναι παραπλανητικό και η αντίδραση που προκαλεί έχει να κάνει με την εποχή του. Δεν υπάρχει μια απάντηση παντός καιρού. Και σίγουρα δεν θα το αντιμετωπίσουν όλοι από την ίδια οπτική γωνία, όταν το «Ορούτς Ρέις» κόβει επί ημέρες βόλτες στα 12 μίλια από τη Ρόδο. Για να υπάρχει ένας Αϊνστάιν θα έπρεπε να υπάρχει κι ένας Λεωνίδας σε κάποιο πεδίο μάχης. Επί της ουσίας, αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιστορική διαδρομή και ίσως είναι εξίσου καθοριστικοί για την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το εάν οι φαντάροι πηγαίνουν με το χαμόγελο μπροστά, πάντως, είναι άλλης τάξης ζήτημα…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο