Η υπογραφή στη Γενεύη και ύστερα από μεσολάβηση της ειδικής απεσταλμένης του ΟΗΕ Στέφανι Γουίλιαμς συμφωνίας για μια «μόνιμη κατάπαυση πυρός σε όλες τις περιοχές της Λιβύης» ανάμεσα στη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (με έδρα την Τρίπολη) και τον αυτοαποκαλούμενο Λιβυκό Εθνικό στρατό υπό τον στρατηγό Χαφτάρ (που στηρίζει το με έδρα τη Βεγγάζη Κοινοβούλιο), σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για τη σπαρασσόμενη από εμφύλιο πόλεμο χώρα.

Η συμφωνία υπογράφηκε από το μέλη της Κοινής Στρατιωτικής Επιτροπής 5+5, που αποτελείται από 5 ανώτερα στρατιωτικά στελέχη από τις δύο πλευρές (και η οποία είχε διαμορφωθεί μετά τη διάσκεψη του Βερολίνου στις 19 Ιανουαρίου) και αναμένεται να δώσει τη σκυτάλη στις πολιτικές συνομιλίες που θα γίνουν στην Τυνησία τον επόμενο μήνα. Για πρώτη φορά, μετά από διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, πραγματοποιήθηκε εμπορική πτήση από την Τρίπολη στη Βεγγάζη.

Η Γουίλιαμς είχε ήδη εκφράσει την αισιοδοξία της για την επίτευξη συμφωνίας στις 21 Οκτωβρίου, όταν είχε δηλώσει ότι θα ανοίξουν και οι οδικές και οι αεροπορικές δίοδοι ανάμεσα στην Τρίπολη και τη Βεγγάζη. Μάλιστα, η Γουίλιαμς είχε ανακοινώσει ότι τα δύο μέρη συμφώνησαν να ορίσουν στρατιωτικούς διοικητές που θα εργαστούν μαζί με την Λιβυκή Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου για να ανασυγκροτήσουν τις φρουρές στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της χώρας, πολλές από τις οποίες είναι υπό τον έλεγχο του στρατηγού Χαφτάρ. Τον περασμένο Αύγουστο ο Χαφτάρ ήρε τον αποκλεισμό που είχε επιβάλει στις εγκαταστάσεις που ήταν υπό τον έλεγχό του και με τη σειρά της η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου σταμάτησε να επικαλείται ανωτέρα βία για τις εξαγωγές πετρελαίου, ωστόσο υποστήριξε ότι δεν θα επανεκκινούσε την παραγωγή σε εγκαταστάσεις που ήταν υπό τον έλεγχο ξένων μισθοφόρων ή ένοπλων πολιτοφυλακών.

Πώς φτάσαμε στην κατάπαυση πυρός

Στην κατάπαυση του πυρός οδήγησε τόσο ο συσχετισμός που διαμορφώθηκε στο ίδιο το έδαφος της Λιβύης όσο και οι παρεμβάσεις διαφόρων ξένων δυνάμεων.

Ο συσχετισμός των δυνάμεων στο πεδίο διαμορφώθηκε ύστερα από την αποτυχία της προσπάθειας των δυνάμεων του στρατηγού Χαφτάρ να καταλάβουν την Τρίπολη. Ρόλο σε αυτό έπαιξε και η συστηματική ενίσχυση των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης από την Τουρκία και το Κατάρ, συμπεριλαμβανομένης της αποστολής μισθοφόρων από τις ισλαμιστικές ένοπλες οργανώσεις που δρουν στη Συρία.

Όμως, με τη σειρά της η αντεπίθεση των δυνάμεων που είναι πιστές στην κυβέρνηση της Τρίπολης ανακόπηκε στη Σύρτη, ύστερα και από την έμμεση στήριξη που πήραν οι υπό τον Χαφτάρ δυνάμεις από τη Ρωσία (με χρήση ρωσικής κατασκευής αεροσκαφών και μισθοφόρων της ρωσικής εταιρείας Wagner) αλλά και την απειλή της Αιγύπτου, που υποστήριζε τις δυνάμεις του Κοινοβουλίου με έδρα το Τομπρούκ, ότι θα παρέμβει στρατιωτικά στη σύγκρουση.

Για την επίτευξη κατάπαυσης πυρός και την προοπτική πολιτικής λύσης έπαιξαν ρόλο αρκετές ξένες δυνάμεις. Από τη μια το βάρος τους έριξαν τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες, που μιλούσαν και με τις δύο πλευρές της εμφύλιας σύρραξης αλλά και η Ρωσία που ενδιαφερόταν για μια πολιτική λύση και η παρέμβασή της κυρίως αποσκοπούσε στη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων. Πίεση προς την πολιτική λύση άσκησε σε μεγάλο βαθμό και η Αίγυπτος, η οποία, όπως και η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δεν έβλεπε με καλό μάτι την πολιτική κατεύθυνση που έπαιρνε η κυβέρνηση της Τρίπολης και κυρίως την αίσθηση ότι ενίσχυε παραλλαγές ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων. Σε συνδυασμό και με την επιθυμία του Βερολίνου να υπάρξει πολιτική λύση, όλα αυτά έδωσαν μια στήριξη στις συνομιλίες που γίνονταν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ενός οργανισμού που με τη σειρά του χρειαζόταν να δείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί μια μείζονα κρίση.

Η Τουρκία δεν βρήκε θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

Αυτό που έχει ενδιαφέρον σε αυτές τις εξελίξεις είναι ότι η Τουρκία δεν έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη διαπραγμάτευση, παρότι η τουρκική ενίσχυση σε εξοπλισμό και μισθοφόρους (που ουσιαστικά αποτέλεσε και παραβίαση του εμπάργκο που είχε επιβληθεί στην πώληση όπλων στη αντιμαχόμενες πλευρές) έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση του συσχετισμού στο πεδίο των μαχών.

Αυτό έχει να κάνει με δύο βασικές παραμέτρους. Η πρώτη είναι ότι η ίδια η Τουρκία είναι μια δύναμη που κυρίως επενδύει στο να παρεμβαίνει σε συγκρούσεις παρά να προσπαθεί να διαχειριστεί μια πολιτική διαδικασία. Ούτε έχει σχετική εμπειρία, ούτε μπορεί να υποστηρίξει ότι μπορεί να εγγυηθεί μια τέτοια συζήτηση. Η άλλη είναι ότι οι δυνάμεις που έριξαν το βάρος τους στο να υπάρξει κατάπαυση του πυρός και πολιτική λύση στη Συρία δεν είχαν πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στην Τουρκία, ξεκινώντας από την Αίγυπτο, στο έδαφος της οποίας έγινε και μέρος της διαπραγμάτευσης και η οποία είχε απειλήσει να παρέμβει στρατιωτικά εάν συνεχιζόταν η επέλαση των δυνάμεων της κυβέρνησης της Τρίπολης.

Όμως, η Αίγυπτος είχε καταφέρει να κατοχυρώσει ρόλο μεσολαβητή στη σύγκρουση, σε αντίθεση με την Τουρκία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πιο πρόσφατη συνάντηση ανάμεσα σε εκπροσώπους του κοινοβουλίου με έδρα το Τομπρούκ και τους εκπροσώπους του Ανώτατου Κρατικού Συμβουλίου με έδρα την Τρίπολη έγινε στο Κάιρο στις 11-13 Οκτωβρίου, με τον επικεφαλής της αιγυπτιακής υπηρεσίας πληροφοριών να συντονίζει τη συζήτηση. Αντίστοιχα, οι υπό την αιγίδα του ΟΗΕ (και των ΗΠΑ) συζητήσεις για στρατιωτικά ζητήματα και ζητήματα ασφάλειας και οι οποίες άνοιξαν το δρόμο για την κατάπαυση του πυρός επίσης έγιναν στη Χουργκάντα της Αιγύπτου.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι η Τουρκία, έχει το δεύτερο μεγαλύτερο τακτικό στρατό του ΝΑΤΟ, κάποιες φορές υπερεκτιμά την ικανότητά της να παρέμβει στρατιωτικά. Μπορεί για παράδειγμα να στείλει μη επανδρωμένα αεροσκάφη που να είναι αποτελεσματικά στο πεδίο, αλλά αυτό δεν συνιστά από μόνο του «στρατηγική ισχύ».

Κυρίως, όμως, η Τουρκία υπερεκτιμά την ικανότητα της να διαχειριστεί μια κρίση, δηλαδή να κερδίσει την εμπιστοσύνη των μερών, να διαμορφώσει συσχετισμό προς λύση, να εγγυηθεί την επίλυση μιας κρίσης. Αντίθετα, αποδεικνύεται πιο ικανή στο παροξύνει μια κρίση, κάτι που φάνηκε στη Συρία αρχικά, στη Λιβύη μετά και τώρα είναι ορατό και στην περίπτωση της σύγκρουσης στο Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Επίσης, η Τουρκία υποτιμά τη σημασία της εγγύτητας στην άσκηση επιρροής σε μια περιοχή. Στη Λιβύη η Αίγυπτος ως γειτονική χώρα, με σημαντική στρατιωτική ισχύ, είχε εξαρχής μεγαλύτερο λόγο στην εξέλιξης της σύγκρουσης, όπως ακριβώς και η Ρωσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου ως τμήμα της δικής σφαίρας επιρροής, ανεξαρτήτως των επιδιώξεων της Τουρκίας σε σχέση με τη σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν.

Στρατηγός Χαφτάρ

Και βέβαια η Τουρκία λαμβάνει και μηνύματα ότι το διεθνές τοπίο παραμένει κάπως πιο σύνθετο από ό,τι ίσως θα προτιμούσε, όπως για παράδειγμα με τις κοινές ναυτικές ασκήσεις Ρωσίας και Αιγύπτου στη Μαύρη Θάλασσα.

Τι θα γίνει με το τουρκολιβυκό σύμφωνο;

Η παρέμβαση της Τουρκίας στη Λιβύη, πέραν του να αποτελεί άλλη μια προσπάθεια «προβολής ισχύος» ήταν και τμήμα του σχεδιασμού της για τα ενεργειακά αποθέματα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Αυτό είχε φανεί και με την υπογραφή του σχετικού συμφώνου με την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης για την αμοιβαία οριοθέτηση ΑΟΖ με βάση την τουρκική ερμηνεία του διεθνούς δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας και σε ευθεία σύγκρουση με τις ελληνικές θέσεις, έχοντας μάλιστα επενδύσει ιδιαίτερα στο να κατοχυρώσει ότι αυτό αποτελεί μια έγκυρη διακρατική συμφωνία.

Ωστόσο, στη νέα πολιτική κατάσταση που διαμορφώνεται σταδιακά στη Λιβύη και στην προοπτικής μιας πολιτικής λύσης που θα οδηγήσει και σε διαδικασίες, πολιτικές και εκλογικές, για τη συγκρότηση κυβέρνησης που θα εκφράζει το σύνολο της Λιβύης, δεν είναι δεδομένο ποια θα είναι η τύχη που θα έχει το συγκεκριμένο σύμφωνο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο