Για όσους από εμάς τους άγουρους πολιτικοποιημένους η εφηβεία συνέπεσε με τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης – η «Βαϊμάρη», εν συντομία – σηματοδοτούσε κάτι αντίστοιχο με εκείνο που σηματοδοτούσε στους πιο κουλτουριάρηδες συνομήλικούς μας η «Ποίηση της Ηττας». Τόσο οι ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς όσο και οι πολιτικοί του Μεσοπόλεμου είχαν, στο φαντασιακό μας, τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα: καλοί άνθρωποι – «ευγενικές ψυχές» λέγαμε τότε – αλλά χαμένοι από χέρι. «Λουζέρια» όπως θα τους χλεύαζαν σήμερα τα παιδιά μου. Ακόμη πιο εύστοχα το διατύπωσε κάποτε ο Λεωνίδας Κύρκος με γλυκόπικρη μελαγχολία: «Μας αγαπούν, αλλά δεν μας ψηφίζουν». Ομοια με τα γαμπρουδάκια της Φίνος Φιλμ· έκαναν σε όλους κούκου, εκτός από τη νύφη.

Ασφαλώς, τότε – προ 45ετίας – δεν γνωρίζαμε καν προς τα πού πέφτει αυτή η Βαϊμάρη (στη Γερμανία, εντάξει, αλλά πού ακριβώς;), ούτε για ποιους λόγους η Δημοκρατία της ήταν τόσο αξιολύπητη στα μάτια μας. Αυτό που ψυχανεμιζόμασταν από τότε ήταν πως επρόκειτο για ένα πολίτευμα «αδύναμο» – και στην πολιτική η «αδυναμία» αργά ή γρήγορα τιμωρείται με την εσχάτη των ποινών. Η κατάλυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης – από τον σωσία του Σαρλό, εν προκειμένω – ήταν αναπόφευκτη, μια διαδικασία μη αναστρέψιμη, ένα δρομολόγιο μονής κατεύθυνσης, όπως και η πορεία μας από τη γέννηση έως τον θάνατό μας. Καμία Δημοκρατία δεν γλιτώνει -πιστεύαμε ακράδαντα – από το κισμέτ της Βαϊμάρης.

Αργότερα, όταν έπηξε το μυαλό μας και ενημερωθήκαμε κάπως καλύτερα, διαπιστώσαμε ότι την ίδια εποχή – μιλάμε χοντρικά για το εικοσάχρονο διάλειμμα ανάμεσα στον Α’ και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – η Ευρώπη ήταν τίγκα στις Βαϊμάρες, σε ποικιλία παραλλαγών: Δημοκρατίες που είχαν ήδη καταλυθεί, Δημοκρατίες που βρίσκονταν στο «προτσές» της κατάλυσης (μας έφτιαχνε πολύ το «προτσές», οι πιο μερακλήδες το λέγαμε και «προτσέσο»), Δημοκρατίες που η κατάλυσή τους ήταν ζήτημα ολίγου χρόνου… Μια από αυτές τις Δημοκρατίες (αβασίλευτη, μάλιστα, στα μισά από τα χρόνια του διαλείμματος) ήταν και η Ελλάδα. Μια εύθραυστη πουλάδα που πειραματιζόταν ακόμη και με τα πιο «προχωρημένα» εκλογικά συστήματα – συμπεριλαμβανομένης της απλής και άδολης αναλογικής – ενόσω στον παγκόσμιο ορίζοντα μαζεύονταν σύννεφα που θα καταργούσαν οσονούπω κάθε μορφή εκλογών, νοθευμένων ή ανόθευτων. Μην το συζητείτε. Η Ελλάδα ήταν δεκαετίες μπροστά από την εποχή της. Η Ελλάδα ήταν large.

Ισως πάλι όχι. Ισως να ήταν και η Ελλάδα γνήσιο τέκνο της εποχής της· να μοιραζόταν την πανευρωπαϊκή εθελοτυφλία. Εχουν γραφτεί τόμοι και τόμοι για την πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, δίνοντας κυρίως έμφαση στην οικονομική ανέχεια που μετατόπισε εκατομμύρια δημοκρατικούς πολίτες προς τα ολοκληρωτικά κομματικά μορφώματα, αλλά τονίζοντας παράλληλα τον τεράστιο ρόλο που έπαιξε και μια «ευρεσιτεχνία» εκείνων των ταραγμένων ημερών: οι παραστρατιωτικές οργανώσεις. Σε αντίθεση με ό,τι θα υποθέταμε σήμερα, ο ένοπλος βραχίονας ενός πολιτικού κόμματος δεν ήταν ίδιον μονάχα των ολοκληρωτικών μορφωμάτων, αλλά και πιο μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων, παρότι – όπως εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε – τα ολοκληρωτικά κομματικά μορφώματα, είτε με δεξιό είτε με αριστερό πρόσημο, ήταν συνήθως τα πιο δραστήρια και τα πιο ανελέητα -ως εκ τούτου, είχαν και περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας (επικράτησης) έναντι των μετριοπαθών.

Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στη μεσοπολεμική Ελλάδα. Από τα βενιζελικά Δημοκρατικά Τάγματα έως τους βασιλικούς Επίστρατους, οι παραστρατιωτικές κομματικές οργανώσεις αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας/κανονικότητας και κανέναν δεν εντυπωσίαζε η δραστική παρέμβασή τους στη δημόσια ζωή προκειμένου να αλλοιωθεί η βούληση του εκλογικού σώματος και να στραφεί προς την άλφα ή βήτα επιθυμητή κατεύθυνση από την εκάστοτε παραστρατιωτική οργάνωση που θα υπερίσχυε. Δείτε τον ως έναν ψευδεπίγραφο και νοσηρό κοινοβουλευτισμό, έναν αέναο πόλεμο ένοπλων συμμοριών με ιδεολογικό πρόσχημα, όπου και ο ίδιος ο εθνικός στρατός (εδώ είναι το κερασάκι στην τούρτα!) θέλγει ως ξενιστής κι επιμολύνεται από τις (συχνά αντίπαλες) κομματικές συμμορίες και, στο τέλος της ημέρας, λειτουργεί και δρα ως μία ακόμη παραστρατιωτική οργάνωση, η ισχυρότερη όλων των υπολοίπων. Κάπως έτσι ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου του 1967, άνοιξε με τις πιτζάμες την εξώπορτά του – και δεν ήταν ο γαλατάς… Ηταν το τελευταίο από μια σειρά κινημάτων και αντι-κινημάτων, που μπορεί να σημάδεψαν την Ελλάδα του 20ού αιώνα, αλλά και εδραίωσαν την πεποίθηση στους πολιτικούς ιθύνοντες ότι η επόμενη μέρα – αυτήν που, από κοινού, βαφτίσαμε «Μεταπολίτευση» – θα πρέπει να είναι ριζικά διαφορετική· η άτυπη βεντέτα των πραξικοπημάτων θα πρέπει να λάβει οριστικά τέλος. Οπως το έθεσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής: «Ο στρατός στους στρατώνες».

Η λύση ήταν απλούστερη και από το αβγό του Κολόμβου. Εάν η ρίζα του κακού εντοπιζόταν πανθομολογουμένως στις παραστρατιωτικές κομματικές οργανώσεις, τόσο το χειρότερο για τις τελευταίες. Κανένα κόμμα – ούτε το όποιο κόμμα της εξουσίας, με τους διαβόητους «παρακρατικούς» – δεν δικαιούται πλέον να εκπαιδεύει, να εξοπλίζει και να χειραγωγεί τον μικρό ή και όχι τόσο μικρό ιδιωτικό του στρατό, προκειμένου να τρομοκρατεί ή και να εξοντώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους, πόσω μάλλον να διασπείρει στο εκλογικό σώμα την αταβιστική αίσθηση ότι ο τρόμος είναι πιο σοφός σύμβουλος από τον ορθό λόγο όταν προσέρχεσαι στην κάλπη. Κανένας τραμπούκος και κανένας νταβατζής δεν θα επιτρέπεται εφεξής να εκμεταλλεύεται το προπατορικό αμάρτημα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος: τη μεγαθυμία απέναντι στους εχθρούς του.

Αυτόν τον κάλο πάτησε η Χρυσή Αυγή. Η εγκληματική παραστρατιωτική ναζιστική οργάνωση (πάντοτε μου άρεσε να παραθέτω τον επιθετικό προσδιορισμό της ασύντμητο, αλλά γεμίζει το στόμα μου τώρα που τον λέω και με τη «βούλα του δικαστηρίου») δεν ήταν η πρώτη μεταπολιτευτικά που δήλωσε ανοιχτά και απερίφραστα την απέραντη περιφρόνησή της προς τον κοινοβουλευτισμό μας. Ωστόσο, ήταν η πρώτη που έστησε έναν παραστρατιωτικό μηχανισμό επανδρωμένο με βλαμμένα μούσκουλα και εξουσιοδοτημένο να επιβάλλει τη θέλησή της μέσω του τρόμου όπου «την έπαιρνε», όπου της αφήναμε εμείς χώρο για να κατσικωθεί: από τις λαϊκές αγορές και τα θέατρα μέχρι τις εργατικές συνοικίες και την Ολομέλεια της Βουλής. Η Χρυσή Αυγή θέλησε να γυρίσουμε μισό αιώνα πίσω, όταν «στρώναμε» μ’ ένα μπερντάχι ξύλο και, αν ούτε με αυτό, ίσως με κάτι πιο δραστικό. Η Χρυσή Αυγή πίστεψε ότι η κατάλυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είναι τυφλοσούρτης· αρκεί να τον ακολουθήσει πιστά και το πιο ανεγκέφαλο από τα ανεγκέφαλα όργανά της. Η Χρυσή Αυγή έκανε λάθος. Δεν οδηγούν όλοι οι δρόμοι στη Βαϊμάρη. Η Βαϊμάρη δεν είναι πεπρωμένο· είναι επιλογή.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο