Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1951, ο Κώστας Νίτσος, ένας από τους επιφανέστερους δημοσιογράφους του 20ου αιώνα, που διετέλεσε διευθυντής των «ΝΕΩΝ», εκδότης του περιοδικού «Θέατρο» και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στις φτωχότερες συνοικίες της μετεμφυλιακής Αθήνας.

Το οδοιπορικό ξεκινά από τη συνοικία του Ασυρμάτου, τη μικρή γειτονιά στον λόφο του Φιλοπάππου, που πήρε το όνομα της από τη Ναυτική Σχολή Πολέμου (Σχολή Ασυρμάτου) και που σήμερα έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί.

Ως τελευταίο δείγμα για να τη θυμίζουν έχουν μείνει τα πολύ όμορφα πέτρινα σπίτια που χτίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50, σε ένα τμήμα του συνοικισμού, για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν για δεκαετίες οι μικρασιάτες πρόσφυγες κάτοικοί του.

«ΤΑ ΝΕΑ», 4.9.1951, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«Είναι θλιβερό το γεγονός, τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, που εδημιούργησε στην Ελλάδα οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα, κι ενώ βρισκόμαστε στον τέταρτο χρόνο του Σχεδίου Μάρσαλ, να επικρατούν στο κέντρο των Αθηνών τόσο απαίσιες και πρωτόγονες οικιστικές συνθήκες», γράφει ο Κώστας Κίτσος στις 4 Σεπτεμβρίου του 1951 για τον συνοικισμό του Ασυρμάτου «σ’ ένα εγκαταλελειμμένο νταμάρι, στο Λόφο των Νυμφών, κάτω από την Πνύκα και δίπλα στην παλιά Σχολή Ασυρμάτου του Ναυτικού»

«Με 3 δραχμάς και εντός δέκα λεπτών από το «Δημοτικό Θέατρο» βγαίνετε από την Αθήνα, από την Ελλάδα, από την Ευρώπην (…) Ένας βράχος φαγωμένος από τους λατόμους. (…) Επάνω στην αγκαλιάν αυτήν συσπειρούνται, σπρώχνονται, πεντακόσια περίπου σπιτάκια ελαφρά, φτιασμένα από λασποπλίνθους και σανιδάκια με ξύλινα μπαλκόνια καθ’ όλον το μήκο ή ολόγυρα, ξύλινες εξωτερικές σκάλες, σαν κοπάδι φοβισμένο που φεύγει την καταιγίδα», γράφει για τον Ασύρματο, στο«Ελεύθερον Βήμα» του 1931, ο ηθοποιός, δημοσιογράφος και συγγραφέας Διονύσιος Σ. Δεβάρης.

«Ελεύθερον Βήμα», 23.8.1931, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσαν «ΤΑ ΝΕΑ», το 1951, 677 οικογένειες που αριθμούσαν 2569 ανθρώπους ζούσαν «σε απερίγραπτα φρικτές τρώγλες», με το 49% των οικογενειών να βρίσκονται «εγκαταλελειμμένες εκεί από το 1923».

«Ελεύθερον Βήμα», 23.8.1931, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Η πλειοψηφία των κατοίκων του Ασυρμάτων ήταν πρόσφυγες από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας, που μετά την Καταστροφή, ξεριζώθηκαν εγκαταλείποντας τα σπίτια και τις περιουσίες τους και φτάνοντας στη μητέρα πατρίδα αγωνίστηκαν για την επιβίωση μέσα σε «ετοιμόρροπες πλίθινε τρώγλες, σαπισμένες ξύλινες παράγκες, τενεκεδένιες τρώγλες, κολλημένες η μιά πάνω στην άλλη, με στενότατες διαβάσεις μεταξύ τους, όλες μονοδωμάτιες κι όλες χαμηλοτάβανες και πληκτικές, χωρίς στοιχειώδη αποχέτευση, χωρίς νερό, χωρίς ηλεκτρικό φως, με πολλή υγρασία και λίγον αέρα»

«Ελεύθερον Βήμα», 23.8.1931, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το 1951 ο Κώστας Νίτσος κατέγραψε πως «κανένα από τα σπιτάκια του Ασυρμάτου δεν έχει νερό.  2.569 άνθρωποι υδρεύονται από 12 κοινές βρύσες. Τα 92% από τα σπιτάκια των 677 οικογενειών δεν έχουν αποχωρητήριο! Μόλις ένα 4% από τα σπιτάκια διαθέτουν στοιχειώδη αποχωρητήρια μέσα κι ένα άλλο 4% έξω από τα μονοδωμάτια σπιτάκια. Τα υπόλοιπα 92% εξυπηρετούνται από τέσσερα δημόσια αποχωρητήρια που βρίσκονται σε τέσσερα σημεία του Συνοικισμού.»

Ως προς την παρασκευή του φαγητού, το 64% των σπιτιών δεν είχαν καθόλου κουζίνα. Οι νοικοκυρές μαγείρευαν σε φουφούδες και γκαζιέρες μέσα στο μοναδικό δωμάτιό τους ή έξω στις στενές διαβάσεις, ανάμεσα στα σπίτια.

Ηλεκτρικό φως είχε μόνο το 26% των σπιτιών, με τη συντριπτική τους πλειοψηφία να φωτίζονται από λάμπες και λυχνάρια.

Οι κάτοικοι του Ασυρμάτου έχοντας να αντιμετωπίσουν αυτές τις τραγικές συνθήκες ζούσαν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο.

«Χαρακτηριστικά της αθλιότητας που επικρατεί είναι και τα στοιχεία που φανερώνουν πόσα άτομα αναλογούν σε κάθε κρεβάτι. 19% αναλογούν μέχρις ένα άτομο σε κάθε κρεβάτι, 43% αναλογούν σε περισσότερα από ένα και μέχρι δύο άτομα σε κάθε κερβάτι. 23% αναλογούν σε δύο μέχρι τρία άτομα σε κάθε κρεβάτι και το φοβερότερο απ’ όλα 15% αναλογούν σε περισσότερα από τρία άτομα σε κάθε κρεβάτι».

Σε 44 κατοικίες αντιστοιχούσε ένα κρεβάτι για το λιγότερο 5 άτομα, ενώ από τις 677 κατοικίες οι 405 είχαν εμβαδόν μικρότερο των 10 τετραγωνικών μέτρων.

«ΤΑ ΝΕΑ», 5.9.1951, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«ΤΑ ΝΕΑ» καταγράφουν χαρακτηριστικές περιπτώσεις των κατοίκων της συνοικίας.

«Στον αριθμό αίφνης 140 Α’ μια οικογένεια εργάτου οικοδομών, με οκτώ άτομα στεγάζεται σε ένα δωμάτιο 3X2 μέτρα. Δηλαδή οκτώ άτομα ζουν σε 6 τετραγωνικά μέτρα, χωρίς κανέναν άλλο βοηθητικό χώρο, κουζίνα ή αποχωρητήριο, 28 ολόκληρα χρόνια από τότε που ήρθαν πρόσφυγες από την Αττάλεια είναι εγκατεστημένοι σ’ αυτή την τρώγλη. Εκεί γεννήθηκαν και τα έξι παιδιά τους – τέσσαρες γυιοί και δυό κόρες. Μια ζωή ολόκληρη βασανίζονται να αναστήσουν τα παιδιά τους. Τα τρία μικρότερα έχουν ήδη αδενοπάθεια. Το περιβάλλον είναι φτωχότατο. Ένα τραπέζι με μια γκαζιέρα, ένα τηγάνι, έναν τέντζερη και λίγα πιάτα, ένα μπαούλο κι ένα κρεβάτι αποτελούν το νοικοκυριό τους σπιτιού. Τα έξη παιδιά κοιμούνται στο πάτωμα και είναι θαύμα πως χωράνε. (…) Στο αριθμό 123 άλλη τραγωδία. Μια άπορη οικογένεια εργάτου μπετόν, άνεργο από καιρό, με έξη παιδιά, ζη σ’ ένα δωμάτιο 10 τετραγωνικών μέτρων. Οι γονείς κοιμούνται στο μοναδικό κρεβάτι και τα παιδιά στο πάτωμα (…) Αξίζει όμως να σημειωθεί και η περίπτωση μιας κοπέλλας 27 χρονών, με μοναδικό πόρο ζωής μια σύνταξη 220 χιλιάδων δραχμών τον μήνα, που κοιμάται στο ύπαιθρο γιατί το στέγαστρο κατέρρευσε. Δεν χρειάζεται εξ άλλου να τονισθούν οι ηθικοί κίνδυνοι που δημιουργούνται από το γεγονός ότι τόσα πολλά ενήλικα άτομα κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο και με τόση στενότητα χώρου»

Το 1954, ως μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, σε ένα κομμάτι του προσφυγικού οικισμού ξεκίνησε οι ανέγερση πέτρινων κατοικιών, που διατηρούνται μέχρι και σήμερα.

Οι άθλιες πάντως συνθήκες στον παλιό οικισμό του Ασυρμάτου συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια και ήταν αυτές που ενέπνευσαν στον ηθοποιό Αλέκο Αλεξανδράκη τη δημιουργία της ταινίας «Συνοικία το όνειρο» σε σενάριο Κώστα Κοτζιά και Τάσου Λειβαδίτη.

«Ταχυδρόμος», 12.8.1961, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Αλεξανδράκης συνάντησε μεγάλες δυσκολίες και παρεμβάσεις μέχρι να καταφέρει να «βγάλει» την ταινία του στις κινηματογραφικές αίθουσες.

«ΤΑ ΝΕΑ», 4.8.1961, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αν και η ταινία είχε καταφέρει να εξασφαλίσει άδεια προβολής, την ημέρα της δοκιμαστικής της προβολής παρουσία, δημοσιογράφων, κριτικών και διπλωματικών ακολούθων, η αστυνομία εισέβαλε στον κινηματογράφο Ράδιο Σίτυ και διέξοψε την προβολή της.  Όπως έγραψε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» ο Γ. Π. Πηλιχός «Η αστυνομία, κατόπιν μιας ξαφνιικής όσο και ανεξήγητης διαταγής του υπογείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως εισέβαλε στον κινηματογράφο»

«ΤΑ ΝΕΑ», 4.8.1961, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Η ταινία τελικά έκανε πρεμιέρα στις 16 Οκτωβρίου 1961, έχοντας αποσπάσει λίγες εβδομάδες πριν, βραβείο β’ ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του Μάνου Κατράκη και για τη Διεύθυνση Φωτογραφίας του Δήμου Σακελλαρίου, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά και έχοντας υποστεί μεγάλες λογοκριτικές παρεμβάσεις.

«Ταχυδρόμος», 12.8.1961, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Σε συνέντευξη του στην ΕΡΤ και τον Άρη Σκιαδόπουλο το 1996, ο  Αλέκος Αλεξανδράκης είχε δηλώσει «Προσπάθησαν με τα κοψίματα να μη φανεί, ότι αυτή η συνοικία ήταν μέσα στην Αθήνα. Ότι οι Έλληνες δεν σκέφτονται και δεν φέρονται έτσι…. Δηλαδή έκοψαν έναν κλάδο…υπήρχε ένας εργάτης, ο οποίος σιγά σιγά προσπαθούσε να τους πείσει όλους αυτούς της συνοίκιας ,που προσπαθούσαν με παγαποντιές να κερδίσουν…να αναπνεύσουν, ότι μόνο αν ενωθούν, αν…Αυτά φύγαν όλα και μείνανε μόνο οι παγαποντιές. Είχε κι έναν άλλο κλάδο… έναν τρελό…για μια στιγμή [επέτρεψαν να εμφανίζεται] γιατί οι τρελοί είναι [δήθεν] στα άσυλα, δεν είναι στους δρόμους στην Ελλάδα, ενώ τότε δεν υπήρχε γειτονιά χωρίς τον τρελό της»

«Ταχυδρόμος», 12.8.1961, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το τραγούδι «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» σε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, μουσική Μίκη Θεοδωράκη, ερμηνευμένο από τον αξεπέραστο Γρηγόρη Μπιθικώτση, έγινε ο διαχρονικός ύμνος της φτώχειας και του μόχθου.

Όσο ζωτικής σημασίας στοίχειο  για τη «Συνοικία το Όνειρο» ήταν η γειτονιά και οι άνθρωποι του Ασυρμάτου άλλο τόσο ήταν και οι μουσικές συνθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη, που δεν «έντυσαν» απλώς τις εικόνες του Αλεξανδράκη άλλά «βούτηξαν» μέσα σε αυτές και συνέθεσαν μαζί τους ένα εμβληματικό νεορεαλιστικό τοπίο.

Ακόμα και «πετσοκομμένη» από τη μετεμφυλιακή αστική λογοκρισία, η ταινία «Συνοικία το Όνειρο» με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Αλίκη Γεωργούλη και τον Μάνο Κατράκη  αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις κορυφαίες ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και κρατάει ζωντανή στη μνήμη μας την ιστορία μιας συνοικίας που θα συμβολίζει πάντα τον μόχθο εκατομμυρίων ξεριζωμένων προσφύγων για επιβίωση, ξεχασμένων μέσα στην ίδια τους την πατρίδα.

Περισσότερα ιστορικά άρθρα εδώ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο