Ηταν η πρώτη φορά που δεν μας περίμενε κάποιος πίσω από την πόρτα. Με το τελευταίο κράτημα του πόμολου ακούστηκε ένας ξερός ήχος και στις επόμενες στιγμές ξεχύθηκε η κλεισούρα ενός μήνα – τόσο καιρό είχε μείνει ανέπαφο το σπίτι. Η πόρτα ήταν και το τελευταίο σύνορο προς την παιδική ηλικία. Τα προηγούμενα χαρακώματα είχαν παραδοθεί προ πολλού σε διαφορετικές μάχες. Αλλά το σπίτι του χωριού, όταν η γιαγιά και ο παππούς δεν θα ζούσαν πλέον εκεί, ήταν το έσχατο όριο.

Πίσω από την κλεισούρα είδα ξανά τον θίασο, σε πείσμα της μπαγιάτικης μαντλέν. Σιλουέτες καθόλου φασματικές, όπως συνήθως απαιτεί η αναμνησιολογία. Κάθε άλλο: ολοζώντανες, σε διαφορετικές ηλικίες και με χορογραφημένη κίνηση. Οπως εκείνες που μόνο ο Μπέργκμαν έχει καταφέρει να αποδώσει με κινηματογραφική μαγεία. Η ζωή είναι παλίμψηστο, λένε, και τα σκιερά σπίτια που υποδέχθηκαν κάποτε τη μετάβασή μας από την παιδικότητα στην ενηλικίωση επιβεβαιώνουν κάθε καλοκαίρι του λόγου το αληθές. Κι εκείνα άλλωστε άλλαζαν μαζί μας. Οι τοίχοι από πλιθιά έχουν πέσει προ πολλού – όταν υπήρχαν ακόμη μπλε και πράσινα καφενεία -, η αποθήκη όπου χόρευε η σκόνη δίπλα στα κρεμασμένα σκόρδα έγινε υπνοδωμάτιο, το παλιό λουτρό έγινε ίσωμα.

Κάπου ανάμεσα στα γκρεμισμένα ωραία ερείπια επιβιώνουν τα ίχνη των ζωτικών παραισθήσεων. Ο μοναχικός προπάππους που σιγοτραγουδούσε στην πλαγιά του οικοπέδου «Αναψε την τσιγάρο, δώσ’ μου φωτιά». Πίσω από εκείνο το λοξό «την» έμαθα την ιστορία της οικογένειας από τον Πόντο σε ένα μικρό χωριό του Κιλκίς: το Σερεμετλί που το είπαν Φανάρι στα επόμενα χρόνια. Ο επαρχιακός μύθος – κι εμείς προφανώς τον καταπίναμε αδίστακτα – ότι μόλις ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες βρήκαν ακόμη ζεστές τις χύτρες στα σπίτια των μουσουλμάνων που έφευγαν προς τα ανατολικά.

Θα το θυμόμουν πάντα όταν οι δικοί μου χόρευαν σε διονυσιακό ρυθμό τον καρσιλαμά που πέρασε στη διαχρονική λίστα με τα συγγενικά γλέντια: «Ράμπι ράμπι». Ο παππούς, από την άλλη, όταν ήθελε να πει «αυθεντικό» έλεγε «καθεαυτού». Ηταν μια λέξη που πήγαινε παντού: στο καλό κρέας, το ζαρζαβάτι, τα γλυκά και τους προφυλακτήρες αυτοκινήτων, καθότι αυτοκινητιστής. Η «ποντία» θεία Ευρώπη έλεγε χωρίς σταματημό «ση γούλα σ’ κ’ ερούξεν;» (Τι σε νοιάζει; Στον λαιμό σου έπεσε;). Ποτέ δεν ρωτήσαμε τι σήμαινε, αλλά από τα «συμφραζόμενα» καταλαβαίναμε ότι αφού δεν είχε λόγια ευχάριστα να πει, καλύτερα να το λήγαμε.

Ο μηχανισμός της μνήμης είναι σφαλερός. Παγώνει τον χρόνο για να αποτρέψει το αναπόφευκτο και αμύνεται με μια διαρκή επιμέλεια στα γεγονότα. Το καλύτερο που μπορούμε να γίνουμε είναι αναθεωρητές της προσωπικής μας ιστορίας. Υπάρχουν, όμως, αρκετά ψίχουλα οπισθοδρομώντας στη βασιλική οδό. Ο «Μεγάλος ψαράς» και ο «Χιτών», που ανακαλύφθηκαν στον παλιό στάβλο, σήμαιναν για πολλά μεσημέρια έναν Ιούλη με φωτεινό πουκάμισο.

Το ίδιο και η «Ιστορία των Ετρούσκων», που διδάσκονταν, λέει, οι μεγαλύτεροι στο σχολείο. Τα βιβλία έμπαιναν στο γυαλιστερό πέτρινο πάτωμα και η τελετουργία ξεκινούσε όταν όλοι κοιμόντουσαν. Μέχρι που κατέβαινε το αίμα στο κεφάλι, έλεγε ο παππούς. Μέχρι τις 6 που «έπεφτε ο ήλιος» – δεν έπεφτε, έτσι λέγαμε. Από εκείνη την ώρα ως τα μεσάνυχτα δεν υπήρχαν σπίτια.

Ηταν η εποχή που κλείναμε τα μάτια και καταλαβαίναμε τα δέντρα απ’ τον θόρυβο που κάνουν με το φύσημα του αέρα, όπως γράφει ο Ναμπόκοφ. Υπήρχε ένα χωριό που υποδεχόταν τους «εισβολείς» από Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Υπερβολές. Ανήκαμε πάντοτε στο χωριό παρά τη θέλησή μας. Μας έδειχνε τα όρια και τις δυνατότητές μας. Του ανήκουμε επειδή αντιστεκόμαστε στη νοσταλγία του.

Γράψτε το σχόλιό σας