Μάλλον δεν διαβάζουμε και τόσο σωστά την Ευρωπαϊκή Ενωση σε σχέση με την Τουρκία. Γιατί εάν τη διαβάζαμε θα κατανοούσαμε π.χ. ότι δεν υπήρχε περίπτωση η Αγκυρα να κλιμακώσει την πρόσφατη αντιπαράθεση στην περιοχή του Καστελλόριζου στο όριο της σύγκρουσης, τη στιγμή που είναι σε διάλογο με το Βερολίνο. Γενικά τείνουμε να πιστεύουμε ότι η ΕΕ θέλει την τιμωρία της Τουρκίας με κυρώσεις και άλλες συναφείς ενέργειες. Αλλά αυτό που κατά βάση θέλει η Ενωση, τα κράτη – μέλη της δηλαδή, είναι μια εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία καθώς εκτιμά ότι η χώρα αυτή είναι γεωστρατηγικά ιδιαίτερα σημαντική για να φθάσουν μαζί της σε ρήξη με απομόνωσή της, όσο δυσάρεστη και απεχθής κι αν είναι η συμπεριφορά της. Βεβαίως τα είκοσι επτά μέλη της Ενωσης δεν βλέπουν όλα με τον ίδιο τρόπο την Τουρκία.

Η συντριπτική πλειοψηφία ωστόσο, περίπου είκοσι κράτη – μέλη με επικεφαλής τη Γερμανία, συνυπογράφει την προσέγγιση της εξομάλυνσης και ανάπτυξης των σχέσεων έστω σε μια οικονομική, ανταλλακτική (transactional) λογική. Ιδιαίτερα η Γερμανία προωθεί αυτή την προσέγγιση. Και το Βερολίνο κατανοεί ότι το πρώτο βήμα για να καρποφορήσει η προσέγγιση αυτή είναι η εκτόνωση της έντασης μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας και γι’ αυτό προωθεί με κάθε τρόπο τον διάλογο μεταξύ των δύο κρατών, ιδιαίτερα τώρα που είναι και στην προεδρία του Συμβουλίου Υπουργών της Ενωσης.

Από την άλλη μεριά βρίσκεται η Γαλλία και μια σειρά από μικρότερες χώρες – μέλη (Αυστρία, Λουξεμβούργο, Κύπρος κ.ά.). Το Παρίσι προβάλλει μια τιμωρητική προσέγγιση για την Τουρκία επιδιώκοντας να αναχαιτίσει και τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο (Λιβύη κ.α.). Ωστόσο, όσο κι αν η προσέγγιση αυτή ικανοποιεί την Ελλάδα, έχει εντελώς περιορισμένη απήχηση εντός της ΕΕ. Οι περισσότερες χώρες – μέλη θεωρούν μάλλον ευπρόσδεκτο τον ρόλο της Τουρκίας σε Ανατολική Μεσόγειο / Λιβύη καθώς τη βλέπουν ως ανάχωμα στην επιχειρούμενη επέκταση της επιρροής της Ρωσίας. Και μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας προτιμούν βεβαίως την Τουρκία.

Κατηγορούν ειδικότερα τη Γαλλία ότι με τη στρατηγική της εμποδίζει τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής ενωσιακής πολιτικής τόσο για την Τουρκία όσο και για τη Λιβύη. Τι ακριβώς επιδιώκει η Γαλλία στην Ανατολική Μεσόγειο, διερωτώνται, όταν εμφανίζεται να αγνοεί ακόμα και τη βασική διαλεκτική του Ανατολικού Ζητήματος. Εν πάση περιπτώσει, τα συμπεράσματα του τελευταίου Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων (FAC), όπως το εξέφρασε με δηλώσεις του ο ύπατος εκπρόσωπος για την εξωτερική πολιτική J. Borell, αποτυπώνουν μάλλον την προσέγγιση της εξομάλυνσης της σχέσης ΕΕ – Τουρκίας. Και καλό θα είναι να διαβάζουμε σωστά τα συμπεράσματα. Να μην μπερδεύουμε το κύριο και ουσιαστικό μέρος τους και τη μία παράγραφο που ενσωματώνεται για να ικανοποιήσει μία ή δύο χώρες, την παράγραφο που αποβλέπει στο instict gratification (ικανοποίηση των ενστίκτων), όπως λέγεται.

Από την πλευρά της η Τουρκία εμφανίζεται να θέλει την εξομάλυνση / επαναπροσέγγιση με την ΕΕ. Μπορεί αξιακά να απομακρύνεται από την Ευρώπη / Δύση, αλλά θεσμικά (οικονομικά κ.λπ.) θέλει να την επαναπροσεγγίσει και για πολλούς λόγους. Αυτού του είδους η σχέση δεν μπορεί να ικανοποιεί την Ελλάδα. Η χώρα μας θα ήθελε η Τουρκία να δεσμεύεται από τις ευρωπαϊκές αξίες και κανόνες. Αλλά αυτό μπορεί να το επιδιώξει στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι η Αθήνα (και η Λευκωσία) να διαβάζει σωστά τις Βρυξέλλες και παράλληλα με το αδιάκοπο mantra των κυρώσεων να λέει και κάτι άλλο, πιο ευρηματικό και πρωτότυπο.

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ

Γράψτε το σχόλιό σας