Την επόμενη Τετάρτη, ανήμερα της γιορτής της Χιώτισσας Αγίας Μαρκέλλας που μνημόνευσε («Σε πανηγύρι και γιορτή απ’ την Αγιά Μαρκέλλα, σ’ αγόρασα χρυσή κλωστή και κόκκινη κορδέλα») συμπληρώνονται δύο χρόνια από τότε που έφυγε, σαν το νερό μέσα από τα χέρια μας, ο Μάνος Ελευθερίου. «Εφυγε ο Μάνος» μου είπε στο τηλέφωνο εκείνο το πρωί η αδελφή μου κι εγώ της το έκλεισα στα μούτρα. Θυμωμένη με την αγγελιοφόρο του μαντάτου αλλά και με τον ίδιον τον Μάνο, όπως «θυμώνω» πάντα με τους αγαπημένους μας που φεύγουν έτσι ξαφνικά, ενώ θα όφειλαν(!) να ήξεραν ότι υπήρχε κάτι που δεν προλάβαμε να τους το πούμε και, κυρίως, κάτι ακόμη που περιμέναμε να ακούσουμε από αυτούς. «Εφυγε ο Μάνος» επαναλάμβανε σε όλους τους τόνους και ο φίλος μας ο Θανάσης όταν, με τη σειρά μου, του το είπα κι εγώ στο τηλέφωνο.

«Φευγιό» λέμε τον θάνατο στη Σύρο, τον τόπο της κοινής καταγωγής μας. Και καθώς αυτές τις μέρες βρίσκομαι εδώ, όλο και νομίζω ότι θα ξεπροβάλει μπροστά μου από κάποιο στενό με «τον βοριά που ματώνει τις Κυκλάδες» να ανεμίζει τη λευκή σαντακρούτα του, να τον κάνει να μοιάζει σαν άγγελο της Ερμούπολης. Που τον στοίχειωσε, τον ενέπνευσε, τον διέλυσε και τον συνέθεσε και υπάρχει, ακόμη και όταν δεν την ονοματίζει, να καρδιοχτυπά υπόκωφα στα ποιήματά του. Μόνο σε ένα από τα τελευταία του την αναφέρει επίσημα, έτσι ακριβώς όπως την έφερε εντός του «…Πικρά νησιά, κοχύλια της ψυχής / Αισθήματα που ζουν μεσ’ στη φορμόλη / Μια πιστολιά στην άκρη της ζωής / Γράμμα στερνό που αρχίζει Εν Ερμουπόλει…».

Και πες πως, με ένα άλμα μέσα σε αυτή τη διετία, ξεπρόβαλε. Και πες πως με καλωσόριζε με εκείνο το σεμνό και, συγχρόνως, σαρκαστικό «Ενοχλώ;» που συνήθιζε, παρόλο που εγώ θα του είχα ζητήσει να βρεθούμε. Και πες πως καθόμασταν σε ένα καφενείο στο λιμάνι. Και πες πως ξανάκουγα τις χιλιοειπωμένες συριανές ιστορίες που απολάμβανε να διηγείται, ιστορίες της «άγριας επαρχίας» που «όλα τα σφάζει, τα μαχαιρώνει και λυσσά κι όλο σπαράζει». Αναρωτιέμαι αν θα του μιλούσα για όσα έχουν μεσολαβήσει. Αν θα του έλεγα ότι την επόμενη του θανάτου του ξέσπασε η φωτιά στο Μάτι που έκαψε παιδιά και ξεκλήρισε οικογένειες. Αν θα του ανέφερα τους αγαπημένους του φίλους που έφυγαν εν τω μεταξύ. Αν θα του διηγούμουν για όσα έγιναν στην πανδημία. Δεν νομίζω. Δεν θα το άντεχε. Θα ξαναπέθαινε εκεί μπροστά μου.

Ωστόσο στους απόντες αποδίδουμε συχνά υπερφυσικές ιδιότητες. Ετσι, έχω την εντύπωση ότι όλα αυτά τα ήξερε. Γράφει σε ένα ανέκδοτο κείμενο του 2013: «…Προσεύχεσθε καμιά φορά για τους αρρώστους, προσεύχεσθε για τους γιατρούς, τα άσπρα ράσα, τα γιατρουδάκια, τις νοσοκόμες και τους συγγενείς που παραστέκουν. Προσεύχεσθε για τη ζωή πάνω απ’ το χώμα». Και τελειώνει : «…Σε λίγο καιρό θα κοιμούνται οι πολίτες ευτυχισμένοι επιτέλους για πάντα σε τάφους ομαδικούς στους δημόσιους κήπους και σε χαντάκια, σκεπασμένοι πρόχειρα με πέτρες και κλαδιά».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο