Tα στρατόπεδα είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες. Από τη μια πλευρά είναι οι υπέρμαχοι του διαλόγου: όχι οποιουδήποτε διαλόγου, όχι ενός διαλόγου άνευ όρων, αλλά ενός διαλόγου πολιτισμένου, ενταγμένου στη σύγχρονη πραγματικότητα και στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Από την άλλη είναι οι οπαδοί της σκληρής γραμμής: εκείνοι που έχουν αποφασίσει ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, οποιοσδήποτε συμβιβασμός, οποιαδήποτε επίκληση των διεθνών οργάνων, ισοδυναμεί με εθνική ήττα, αν όχι με εθνικό εξευτελισμό. Ενας από αυτούς αναρωτήθηκε πριν από λίγες ημέρες σε άρθρο του αν έφτασε η ώρα των όπλων.

Ο Πρωθυπουργός ανήκε πάντοτε στο πρώτο στρατόπεδο. Μετριοπαθής εκ φύσεως, αντιεθνικιστής και ευρωπαϊστής, γνωρίζει ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιλυθούν με στρατιωτικά μέσα. Η πάγια αυτή θέση, η μόνη που υπηρετεί πραγματικά τα ελληνικά συμφέροντα, προσκρούει όμως σε δύο εμπόδια. Το ένα είναι ο νεο-οθωμανισμός του Ερντογάν και οι γενικότερες προκλήσεις της Αγκυρας. Το άλλο είναι η αντίδραση του εγχώριου εθνικιστικού αριστεροδεξιού λόμπι σε οποιαδήποτε προσπάθεια ελληνοτουρκικής προσέγγισης.

Αποφασίζοντας να συνομιλήσει τηλεφωνικά την περασμένη Παρασκευή με τον τούρκο πρόεδρο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδεικνύει ότι νιώθει αρκετά ισχυρός για να τα βάλει και με τις δύο αυτές προκλήσεις. Η τουρκική πλευρά δεν στέλνει μόνο αρνητικά, αλλά και θετικά μηνύματα: χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η καρατόμηση του Τζιχάτ Γιαϊτζί, πατέρα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Για να φανεί αν τα μηνύματα αυτά είναι ειλικρινή, ή εντάσσονται σε μια προσπάθεια παραπλάνησης, ο μόνος τρόπος είναι η έναρξη διαλόγου – στο τέλος του οποίου βρίσκεται πάντα το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Οι εγχώριοι αδιάλλακτοι, από την άλλη πλευρά, μπορεί να είναι φωνακλάδες, αλλά εκφράζουν όλο και μικρότερο τμήμα της κοινωνίας. Το 56% των πολιτών που φέρεται σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση να θέλει στρατιωτική λύση απάντησε σε ένα παραπλανητικό στη γενικότητά του ενδεχόμενο («αν η Τουρκία παραβιάσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα»). Σε άλλη δημοσκόπηση, το 29% θέλει απευθείας διάλογο και το 43% τάσσεται υπέρ της Χάγης.

Η Συμφωνία των Πρεσπών, άλλωστε, αποτέλεσε μια χρήσιμη μίνι πρόβα. Τα πνεύματα οξύνθηκαν, βαριές κατηγορίες εκτοξεύθηκαν, χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, οι υπερπατριώτες απείλησαν με δικαστήρια, αλλά ήταν αρκετή μια αλλαγή κυβέρνησης για να παραμεριστούν οι τακτικισμοί και να καταστεί σαφές ότι η συμφωνία μπορεί να μην είναι τέλεια, είναι όμως εθνικά επωφελής.

Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης καλείται σήμερα να κάνει μια επιλογή αντίστοιχης γενναιότητας, που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία λαμβανομένης υπόψη της πόλωσης που επικρατεί: να υποστηρίξει την προσπάθεια του Πρωθυπουργού να σπάσει τα ταμπού και να κάνει το μεγάλο βήμα για την ειρηνική συνύπαρξη με την Τουρκία. Μια συμφωνία των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων (ή έστω των πλειοψηφιών τους) θα αποτελέσει έκφραση εθνικής ισχύος. Και θα στείλει τα απαραίτητα μηνύματα τόσο προς το εξωτερικό όσο και προς το εσωτερικό.

Γράψτε το σχόλιο σας