«Δεν έχω πάει ποτέ στη Μύκονο». Η φράση αυτή (ή, σε παραλλαγή, «Εχω να πάω 20 χρόνια στη Μύκονο») εκφέρεται, συνήθως, με μία δόση αντισυστηματικής υπερηφάνειας. Οταν μάλιστα λέγεται από ανθρώπους που, με κάποιον τρόπο, «ακουμπάνε» στη σόουμπιζ και στη δημόσια ζωή γενικότερα, έχει μία εσάνς από επαναστάτη ποπολάρο, κάτι μεταξύ Κώστα Πρέκα στην ομώνυμη ταινία και αντάρτη του Πάντσο Βίλα.

Το να μην πηγαίνεις στη Μύκονο αποτελεί κατάθεση νεοσνομπισμού, ένα «μακριά από το αγριεμένο πλήθος» (μια μαντάμ Σουσού της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να λέει: «Εσείς οι πτωχοί – τω πνεύματι – που πηγαίνετε στη Μύκονο»). Ενα είδος αντίστασης. Σαν να μπουκάρουν στο σπίτι σου οι ματατζήδες του ευδαιμονισμού, να σε τραβάνε με το ζόρι για να σε πακετάρουν στο πρώτο καράβι κι εσύ να κρατιέσαι με νύχια και με δόντια από το σερβάν της γιαγιάς.

Η Μύκονος είναι το νησί που ένα μεγάλο ποσοστό του κοινού «αγαπάει να μισεί». Μια αντίφαση που αποτυπώνει τη σχέση δράσης και αντίδρασης. Το διαπιστώσαμε τα τελευταία 24ωρα με αφορμή το λουκέτο, λόγω συνωστισμού, στο παραλιακό μπαρ – εστιατόριο της Φτελιάς. Τα λαϊκά δικαστήρια των σόσιαλ μίντια πρότειναν ακόμη και καθολικό «κλείσιμο» του νησιού.

Back to the future

Η Μύκονος είναι – μαζί με τη Σαντορίνη – το ωραιότερο νησί των Κυκλάδων. Ως αιγαιοπελαγίτικη καρτ ποστάλ εννοώ. Επιπλέον, είναι δίπλα στη Δήλο. Και σε αυτήν ακριβώς τη γειτνίαση οφείλει την τουριστική της ανάπτυξη. Από τα τέλη του 19ου αιώνα μάλιστα. Οταν οι γάλλοι αρχαιολόγοι που ξεκίνησαν τις ανασκαφές στο νησί του Απόλλωνα ανακάλυψαν και την ομορφιά του φυσικού τοπίου της Μυκόνου όπου διέμεναν και τη διέδωσαν, με τις περιγραφές τους, στην πατρίδα τους και από εκεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Την εποχή του εξωτισμού, ήταν θέμα χρόνου να αναχθεί το νησί σε τόπο διακοπών.

Εδώ και ογδόντα, περίπου, χρόνια η Μύκονος αποτελεί το κέντρο του κοσμοπολιτισμού στη χώρα μας. Προπολεμικά ακόμη, την επέλεγαν για διακοπές αλλοδαποί αβανγκάρντ καλλιτέχνες και διανοούμενοι. Τη δεκαετία του 1950 ήταν το νησί όπου έδιναν το ραντεβού τους οι λογοτέχνες της γενιάς του ’30, ζωγράφοι, πολιτικοί αλλά και συναρπαστικές προσωπικότητες όπως η Μελίνα Μερκούρη. Και συγχρόνως η αφρόκρεμα της διεθνούς τέχνης, μόδας, οικονομίας και κοσμικής κοινότητας.

Ναι, η σημερινή Μύκονος δεν έχει σχέση με αυτό που ήταν πριν από 60, 50, 40 ακόμη και 30 χρόνια. Οπως όμως δεν έχουν καμία σχέση και τα σημερινά πρότυπα με αυτά του παρελθόντος. Για το ότι η διακριτικότητα έδωσε τη θέση της στην επιδειξιολαγνία και η τάση για απομόνωση στο «χύμα όλα», μόνο η Μύκονος δεν φταίει.

Νόμος για όλους

Η ιδιαιτερότητα της Μυκόνου ωστόσο δεν την καθιστά κράτος εν κράτει, ένα είδος La Rochelle. Οι νόμοι ισχύουν για όλη την Ελλάδα, άρα και για το νησί. Και στο μαγαζί που μπήκε το λουκέτο καταστρατηγήθηκε κάθε λέξη του πρωτοκόλλου υγείας. Απορώ με τους ιδιοκτήτες άλλων μυκονιάτικων επιχειρήσεων εστίασης και διασκέδασης που «απειλούν» με απεργία σε ένδειξη συναδελφικής αλληλεγγύης. Εκτός από το ότι μου θυμίζει την παροιμία με τον αγά και αυτό που έκανε όταν θύμωσε, δημιουργεί ένας είδος «μυκονιατισμού» απέναντι στον νόμο και είναι απαξιωτικό για εκείνους τους επιχειρηματίες που συμμορφώθηκαν στους κανόνες. Και υπήρξαν τέτοιοι το τριήμερο στη Μύκονο.

Γράψτε το σχόλιό σας