Του Διονύση Τσιριγώτη*

Η δυσκολία στην ερμηνεία-κατανόηση των γεγονότων της διεθνούς πολιτικής, λόγω της μοναδικότητας και της ομοιότητας που παρουσιάζουν, μας θέτει αντιμέτωπους με τους περιορισμούς που εμφανίζονται στη διαδικασία διαμόρφωσης-εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής. Στη συγκαιρινή περίπτωση της προεκταθείσας και οριζόντιας κλιμακωθείσας τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο, θα διερευνήσουμε τις ευρύτερες πολιτικοστρατηγικές επιπτώσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Ελλάδας.

Η τουρκική πολιτική διαμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν είναι καινοφανής, καθότι επιβεβαιώνεται στην ιστορική διαχρονία, μέσα από την πολιτική πράξη της Άγκυρας, από το 1974 και ύστερα, για την άσκηση συγκυριαρχίας-συνδιαχείρισης σε Αιγαίο και Κύπρο.

Μετά την εισβολή-κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου, θα προχωρήσει στην «Ιμιοποίηση» του Αιγαίου για να απολήξει σε ενέργειες απομείωσης της ελληνικής κυριαρχίας και στον ηπειρωτικό της κορμό (περίπτωση Μελισσοκομείου στην περιοχή των Φερών του Έβρου).

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας, Φατίχ Ντονμέζ, η διπλωματία των πλωτών γεωτρυπάνων θα συνεχιστεί στην ανατολική Μεσόγειο με  «τέσσερα πλοία – δύο ερευνητικά και δύο γεωτρύπανα» παράλληλα με την έκδοση πολλαπλών «παράνομων NAVTEX όπου “κλειδώνει” μία εκτεταμένη περιοχή που ξεκινάει από τη Ρόδο και το Καστελόριζο, συνεχίζεται νότια της Κρήτης, έξω ακριβώς από τα χωρικά ύδατα της Γαύδου, και καταλήγει ανοικτά του Κόλπου της Σύρτης στη Λιβύη για ασκήσεις του Πολεμικού Ναυτικού της».

Τοιουτοτρόπως η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Τουρκικής Κυβερνήσεως, του «χάρτη των 24 οικοπέδων» για τη χορήγηση αδειών έρευνας και εκμετάλλευσης σε περιοχές που εμπερικλείονται στην ελληνική (ηπειρωτική και νησιωτική) υφαλοκρηπίδα «καθώς κάποια από αυτά τα οικόπεδα βρίσκονται έξι ναυτικά μίλια και ανατολικά από τη Ρόδο, την Κάρπαθο, την Κάσο και την Ανατολική Κρήτη», σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του υπουργού εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ότι «τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, μόνο χωρικά ύδατα που φτάνουν τα 6 ναυτικά μίλια», καθιστούν εναργή τη στρατηγική του βήμα προς βήμα σφετερισμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Τι γίνεται με τις ΑΟΖ

Στο περιβάλλον αυτό, ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός των περιφερειακών και τοπικών δυνάμεων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, για την οριοθέτηση Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ), με αφορμή την προσφιλή πολιτική της Άγκυρας για τη δημιουργία de facto καταστάσεων, αποκρυσταλλώνεται σ’ ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος για τη μελλοντική κατανομή των ενεργειακών πηγών ισχύος.

Κατά τούτο, η πολιτική αντεπίθεση της Αθήνας, «πατώντας το γκάζι» για την επίσπευση των διπλωματικών διεργασιών οριοθέτησης  των Αποκλειστικών Οικονομικών της Ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο, προδηλώνοντας, εν ευθέτω χρόνο, την εναργή αποτρεπτική της απειλή, μέσα από τις κόκκινες γραμμές που δεν δύναται να υπερβεί η Άγκυρα, αντανακλάται στο τακτικό –επικοινωνιακό επίπεδο– όχι όμως και στο στρατηγικό επίπεδο.  Αυτό γιατί μια πολιτικοδιπλωματική ενέργεια ενέχει στρατηγικό χαρακτήρα  εάν και εφόσον ακυρώνει μια προηγούμενη πολιτικό-στρατιωτική ενέργεια του αντιπάλου ή εξουδετερώνει τις εναλλακτικές στρατηγικές του δράσεις.  Αποτελεί μια  «κίνηση ματ» που θέτει τον αντίπαλο ακαριαία εκτός «μάχης».

Στην παρούσα κατάσταση, η πολυπλοκότητα του ζητήματος οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, καθιστά εξαιρετικά αβέβαιη την κατάληξή του, στο βαθμό που η Ελλάδα, ως παράκτιο κράτος, καλείται να οριοθετήσει τις ΑΟΖ με έξι διαφορετικά κράτη (Ιταλία, Αλβανία, Αίγυπτο, Λιβύη, Τουρκία, Κύπρο).

Αντίστροφα δεν φαίνεται να αξιοποιείται από τους Έλληνες λήπτες αποφάσεων η δυνατότητα που προσδίδει το Διεθνές Δίκαιο της θάλασσας για την επίκληση των αναφαίρετων κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στην ηπειρωτική της υφαλοκρηπίδα, «ως προέκταση της άσκησης της εθνικής κυριαρχίας, με στόχο την εξερεύνηση του βυθού και την εκμετάλλευση των φυσικών του πόρων». [Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔΧ) στην υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βορείου Θάλασσας (1969)].

Αντ’ αυτού, ακόμη και εάν συνυπολογίσουμε το  γεγονός ότι δεν έχει επέλθει ακόμη καμία θεμελιώδης αλλαγή στο εδαφικό καθεστώς που παγιώθηκε μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης (1923), ο τουρκικός αναθεωρητισμός είναι αναμφίλεκτος και αποτυπώνεται στην αλλαγή των υφιστάμενων σχέσεων ισχύος-εξουσίας  μεταξύ Αθήνας-Άγκυρας.

Παρεπόμενα η γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού, που εκκινά το 1922 με την εκρίζωση του ελληνισμού της Ασιατικής Ελλάδας, του Πόντου και των Βαλκανίων, για να συνεχιστεί με τους Έλληνες της Ίμβρου-Τενέδου και της Βόρειας Κύπρου, ώστε να εγκιβωτισθεί το ελληνικό έθνος στα όρια του κράτους, συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό και στην μεταπολιτευτική περίοδο αλλά με διαφορετικά μέσα. Αρκεί να παρατηρήσουμε την εργαλειοποίηση του προσφυγικού ζητήματος από την Άγκυρα την τελευταία δεκαετία σε συνδυασμό με την αδαή και χωρίς καμία συντεταγμένη πολιτική διαχείρισης του ζητήματος από την Αθήνα, μ ’ένα πλήθος μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) να έχουν υποκαταστήσει τις λειτουργίες της κεντρικής πολιτείας στο μεταναστευτικό-προσφυγικό, απομειώνοντας το μέτρο της εσωτερικής της κυριαρχίας.

Συρρίκνωση του Ελληνισμού

Αντίστροφα δεν δύναται να παροραθεί και το μείζον ζήτημα της γήρανσης-συρρίκνωσης του ελλαδικού ελληνισμού. Με  μέσο όρο γεννήσεων 1,35 παιδιά ανά Ελληνίδα, κατά πολύ κατώτερο «του 2,1 που απαιτείται για έναν σταθερό πληθυσμό, χωρίς να υπολογίζεται η μετανάστευση», η υπογεννητικότητα αναδεικνύεται σε υπαρξιακή απειλή για τη χώρα. Συνεπαγόμενα και σε συνάρτηση με την πληθυσμιακή μεγέθυνση των μεταναστών που διαμένουν στην Ελλάδα, δημιουργούνται μείζονα ερωτήματα για την ευρύτερη γεωπολιτική ισορροπία στα περιφερειακά υποσυστήματα των Βαλκανίων και της καθ΄ ημάς Ανατολής.

Αυτό γιατί καθίσταται βέβαιο ότι το πλεονάζον γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας θα επιζητήσει ευρύτερους γεωγραφικούς χώρους για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες του (επιβίωση) και να διοχετεύσει την πρωτογενή του ενέργεια «με ποικίλους (οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς κ.τ.λ.) τρόπους, αλλά πάντα σε συνάφεια με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς».

Με διαφορετική διατύπωση η στρατηγική της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα είναι διττή και δεν αποσκοπεί στη χρήση ένοπλης βίας για την κατάκτηση εδαφών. Τουναντίον ο βραχυπρόθεσμος πολιτικός στόχος είναι, με την εφαρμογή μιας στρατηγικής εξαναγκαστικής διπλωματίας, να  μετατραπεί η Ελλάδα σε μια χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, «δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα  η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική».

Ακολούθως ο μέσο-μακροπρόθεσμος αντικειμενικός πολιτικός στόχος, διακηρυχθέντος δια στόματος του πρώην προέδρου και πρωθυπουργού της Τουρκίας, Τουργκούτ Οζάλ, και επανεπιβεβαιωθέντος-υλοποιηθέντος από τον Αχμέτ Νταβούτουγλου  και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι ο αφελληνισμός της Ελλάδας με την μεταφορά του πλεονάζοντος γεωπολιτικού της δυναμικού (μουσουλμανικοί πληθυσμοί).

Στο οργανωμένο και συντεταγμένο στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας για τον αφελληνισμό της χώρας, καλούνται οι Έλληνες λήπτες αποφάσεων να διδαχθούν από τη διαπιστωτική απόφανση του Ελευθερίου Βενιζέλου:

 «… Δεν αποφεύγει τον κίνδυνον εκείνος ο οποίος φεύγει αυτόν. Αποφεύγει τον κίνδυνον αποτελεσματικώς εκείνος ο οποίος αντιμετωπίζει αυτόν».

O Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Γράψτε το σχόλιό σας