Στις αρχές του 1914 η Γερμανική Στρατιωτική Αποστολή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εξέφρασε την άποψη ότι, σε περίπτωση εμπλοκής της χώρας σε πόλεμο κατά των Δυτικών, ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Μικράς Ασίας δε θα μπορούσε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη σε ό,τι αφορούσε το ζήτημα της ασφάλειας των τουρκικών παραλίων.

Ο επικεφαλής της Αποστολής, ο αξιωματικός του Γερμανικού Στρατού Λίμαν φον Σάντερς, ο οποίος είχε κατεξοχήν επωμιστεί το έργο της εκπαίδευσης και του εκσυγχρονισμού του Τουρκικού Στρατού, ήταν της γνώμης ότι «σε κάθε χώρα, την ισχύ του έθνους τη φέρνει η ομοιογένεια του πληθυσμού».

Με αυτό το σκεπτικό, όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Τούρκοι, ως σύμμαχοι των Γερμανών, επιδόθηκαν σε έναν απηνή διωγμό, σε μια απάνθρωπη καταδίωξη του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της Αυτοκρατορίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, στρατολόγησαν το άνθος της ελληνορθόδοξης νεολαίας, το έντυσαν με τουρκικές στολές και το έστειλαν να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Επίσης, φυλάκισαν ανώτερους ελληνορθόδοξους υπαλλήλους και εκτόπισαν σε στρατόπεδα εργασίας, σε απομακρυσμένες από τις εστίες τους περιοχές, όλους τους υπόλοιπους ελληνορθόδοξους άρρενες της Μικράς Ασίας, εκτός από τους γέρους, τους σοβαρά ασθενείς και τα μικρά παιδιά.

Εκεί τους ανάγκαζαν να σπάνε πέτρες επί αμέτρητες ώρες, να κατασκευάζουν στρατιωτικούς δρόμους, να κοιμούνται στο ύπαιθρο και να σιτίζονται με το περίσσευμα της τροφής που προοριζόταν για τα ζώα.

Ο Λίμαν φον Σάντερς διαβεβαίωνε τους Νεοτούρκους ότι «οι παγωνιές και το κρύο του χειμώνα, οι βροχές και η μεγάλη υγρασία, ο ήλιος και η τρομερή ζέστη του καλοκαιριού, ο εξανθηματικός τύφος και η χολέρα, οι κακουχίες και η ασιτία θα φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα που λογαριάζετε εσείς με το δικό σας σχέδιο, δηλαδή να τους εξολοθρεύσετε με σφαγές. Με το σύστημα που σας προτείνω, ο θάνατός τους είναι βέβαιος. Όμως, πριν πεθάνουν, θα μας προσφέρουν τις πολύτιμες για το έθνος υπηρεσίες τους. Επιπλέον, οι γυναίκες τους δε θα γεννούν, κι έτσι θα λυθεί το δημογραφικό σας πρόβλημα, ενώ η μισητή κι άτιμη αυτή ράτσα θα ξεκληριστεί και θα χαθεί για πάντα μέσα σε μία γενιά, κι εσείς θα αποκτήσετε μια τουρκική ομοιογένεια, που θα δώσει στο έθνος σας μια νέα δύναμη. Και μην ξεχνάτε, βέβαια, τις περιουσίες και τα κτήματα που θα αφήσουν οι Γιουνάν μετά το χαμό τους, που θα περάσουν στο δημόσιο, δηλαδή σε σας όλους».

Οι Τούρκοι αποδέχτηκαν και εφάρμοσαν στην εντέλεια τις ντιρεκτίβες του Σάντερς, του εμπνευστή του σχεδίου γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας.

Το «σύστημα» του Σάντερς, που χωρίς αμφιβολία φέρνει στο νου τις μετέπειτα εφαρμοσθείσες ναζιστικές μεθόδους, αποδείχθηκε όντως ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε ό,τι αφορούσε τη «διευθέτηση» του εσωτερικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Από τα αναρίθμητα μαρτύρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις που υπέστησαν οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, προπάντων δε οι Έλληνες του Πόντου, αρκεί να αναφέρουμε τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

Στη Σίμικλη (Σιμικλί) της Χαλδίας οι Τούρκοι συνέλαβαν όσες γυναίκες και κοπέλες δεν κατάφεραν να φύγουν μαζί με τους άνδρες στα δάση και τα γύρω βουνά. Τις συγκέντρωσαν σε ένα σπίτι και άρχισαν να ετοιμάζουν μια νύχτα οργίων. Ένας ανυπόμονος Τούρκος άρπαξε μια νέα γυναίκα από τα μαλλιά και την τράβηξε έξω από το σπίτι. Αμέσως άρχισε ο ομαδικός βιασμός της. Οι υπόλοιπες γυναίκες, ακούγοντας τις κραυγές της κοπέλας και τα χαχανητά των βιαστών, κατάλαβαν αμέσως ποια θα ήταν η μοίρα τους. Στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν έφθασαν κυνηγημένες στην όχθη του κοντινού ορμητικού ποταμιού. Εκεί έμελλε να βρουν τραγικό θάνατο, καθώς πνίγηκαν ή σκοτώθηκαν από τις σφαίρες των βασανιστών τους, όλες εκτός από τρεις.

Στο ναό του Αγίου Γεωργίου της Πάτλαμας, κοντά στην Κερασούντα, δεκάδες ήταν εκείνοι που εσφάγησαν ένα βράδυ του χειμώνα του 1916. Τα παιδιά των εκτοπισμένων που περνούσαν από την πόλη οδεύοντας προς τα βάθη της Ανατολής συνελήφθησαν και συγκεντρώθηκαν στην παραλία. Εκεί τα έβαλαν σε βάρκες και, αφού βγήκαν στα ανοιχτά, τα πέταξαν στη θάλασσα και τα έπνιξαν.

Στην κοινότητα της Πουλαντζάκης 3.000 κάτοικοι οδηγούνται στην εξορία και 1.200 ελληνικά σπίτια περνούν στα χέρια των Τούρκων που κατέβηκαν από τα γύρω. Κατά τη διάρκεια της πορείας των Πουλαντζακινών μια μάνα χάνει τις αισθήσεις της και σωριάζεται στο δρόμο εξαντλημένη. Οι συνοδοί θέλουν να την αφήσουν να πεθάνει. Ένα 15χρονο αγόρι πετιέται. «Θα την κουβαλήσω εγώ», λέει, «είναι η μάνα μου». Το βαρύ φορτίο γρήγορα γίνεται ασήκωτο για το αδύνατο αγόρι. Καταρρέει κι αυτό. Οι συνοδοί το μαστιγώνουν. Αυτό κλαίει. Το αναγκάζουν να σύρει τη μάνα του 100 μέτρα έξω από το δρόμο και να την αφήσει εκεί να πεθάνει. Ύστερα το οδηγούν και πάλι στη φάλαγγα. Το βράδυ το μικρό αγόρι το έσκασε. Γύρισε πίσω στη μάνα του; Πέθαναν μαζί; Τους έφαγαν οι λύκοι; Κανείς δεν ξέρει…

*Για τη σύνταξη του παρόντος άρθρου άντλησα άλλη μια φορά πολύτιμες πληροφορίες από το δίτομο συγγραφικό πόνημα του Χρήστου Νεράντζη «Το έπος της Μικρασίας 1919-1922» (εκδόσεις Τζιαμπίρης/Πυραμίδα).

Γράψτε το σχόλιο σας