Πολλοί που μιλάνε δημόσια το τελευταίο διάστημα για τους εκπαιδευτικούς, είτε πρωτοβάθμιας, είτε δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά ακόμα και για πανεπιστημιακούς καθηγητές δεν έχουν ιδέα πως ασκούν το λειτούργημά τους.

Δεν ξέρουν τις αγωνίες τους για τους μαθητές τους, δεν αντιλαμβάνονται πως είναι να είσαι σε μια μικρή αίθουσα με 18 και 20 παιδιά. Δεν έχουν ιδέα τι θα πει προσωπικότητα του μαθητή και τι σημαίνει ενδεχομένως ειδικές συνθήκες και μαθησιακές δυσκολίες για κάποιο παιδί. Και γιατί ένα παιδί, π.χ. με δυσλεξία να γίνεται βορά στον οποιοδήποτε άσχετο;

Ακόμα και στα πανεπιστήμια έχουν καταγραφεί ενστάσεις για τη διαδικασία της τηλε-εκπαίδευσης. Εκεί βέβαια, προνοητικοί φοιτητές κλείνουν τις κάμερες και τον ήχο και ο καθηγητής μιλά σε μια μαύρη οθόνη που βλέπει τον εαυτό του. Δεν είναι και λίγο ναρκισισσμός αυτό; Και αυτό είναι το ερώτημα που θέτουν και πολλοί που διδάσκουν.

Προφανώς έκτακτες συνθήκες επιβάλλουν έκτακτες λύσεις και επιλογές. Φθάνει αυτές οι έκτακτες λύσεις να μην δίνουν την αίσθηση της κανονικότητας, αλλά να είναι στοιχείο της προσωρινότητας.

Πολλά έχουν λεχθεί τις τελευταίες ώρες για την επιλογή του υπουργείου Παιδείας να γίνουν μαθήματα με «ανοιχτές κάμερες». Είναι προφανές και αυτό δεν είναι ούτε δεξιά, ούτε αριστερή, ούτε κεντρώα διαπίστωση, ότι «σπάει» ο δεσμός της εμπιστοσύνης, η εμπιστευτικότητα που υπάρχει μεταξύ του εκπαιδευτικού και του ανήλικου μαθητή.

Ακόμα και στις πανεπιστημιακές διαλέξεις ο καθηγητής του μιλάει –και το έχω διαπιστώσει προσωπικά- είναι αρκετά προσεκτικός στο τι λέει.

Εκείνη τη στιγμή, μπορεί ο διδάσκων να ηχογραφείται –αν και μπορεί να γίνει και εντός της αιθούσης- να τον παρακολουθούν και άλλοι που σε κανονικές συνθήκες δεν θα ήταν στην αίθουσα και να κυριαρχεί το κουτσομπολιό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές και φοιτητές που αισθάνονται δύσκολα να πουν ελεύθερα την άποψή τους.

Αυτό που διαπίστωσα, αφήνοντας στην άκρη προβληματισμούς δικαιωματιστών ή ανθρώπων που κινούνται στον προοδευτικό χώρο, ότι ευρύτερος προβληματισμός υπάρχει και καταγράφεται και από αξιόλογα στελέχη της πανεπιστημιακής κοινότητας και της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που κινούνται στο χώρο της κεντροδεξιάς.

Και μην λησμονούμε και τον πολυσυζητημένο κανονισμό GDPR για τα προσωπικά δεδομένα για τον οποίο οι περισσότεροι έχουν άγνοια, αλλά οφείλουν να τον εφαρμόζουν.

Κοινός ο προβληματισμός και κυρίαρχο το επιχείρημα περί παραβίασης των δικαιωμάτων μαθητών και εκπαιδευτικών,

Η υπουργός Παιδείας έχω την αίσθηση ότι ως λογικός άνθρωπος και βλέποντας τις αντιδράσεις πάσης φύσεως θα πράξει αυτό που είναι συμβατό με την κοινή λογική, την κείμενη νομοθεσία και βέβαια με γνώμονα το σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων.

Παράλληλα, καταγράφεται και γενικευμένη οργή για την απαξίωση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων που επιχειρείται από διάφορα πρόσωπα του δημόσιου βίου.

Όχι, οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ρεμπεσκέδες και απλά δημόσιοι υπάλληλοι, αν και υπάρχουν ελάχιστες εξαιρέσεις όπως σε όλα τα επαγγέλματα και τα λειτουργήματα.

Μοχθούν καθημερινά να μάθουν τα παιδιά μας γράμματα και να τους δώσουν περισσότερα εφόδια, να τους ανοίξουν ορίζοντες. Ζουν με τις αγωνίες των μαθητών τους και των φοιτητών τους. Ειλικρινά συμπάσχουν πολλές φορές μαζί τους.

Και αυτές τις δύσκολες μέρες της πανδημίας, επειδή ακούστηκαν φαιδρότητες, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές σε σχολεία και πανεπιστήμια κόπιασαν, μπήκαν σε μια πρωτόγνωρη διαδικασία, προσπάθησαν και πέτυχαν ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Σε σύντομο χρονικό διάστημα στήθηκαν πλατφόρμες, έγιναν όλα τα απαραίτητα βήματα για να μην χαθεί η επαφή εκπαιδευτικών και μαθητών και φοιτητών. Δεν τεμπέλιαζε κανένας.

Οι δάσκαλοι των παιδιών μας, των φοιτητών μας, απαιτούν σεβασμό, υποστήριξη πάσης φύσεως και έμπρακτη –και βασικά ηθική- αναγνώριση της προσφοράς τους.

Τα υπόλοιπα που ακούγονται γενικά στο δημόσιο διάλογο από πολλές πλευρές, είναι απλά φθηνιάρικα παιχνιδάκια για εντυπώσεις.

Γράψτε το σχόλιό σας