Στην εποχή της πανδημίας ο φόβος έχει γίνει αναπόσπαστο τμήμα του πολιτικού και κοινωνικού τοπίου. Μάλιστα, το πέρασμα σε μια νέα φάση, αυτή της μερικής άρσης των περιορισμών και της επιτήρησης για ενδεχόμενο νέο κύμα, δεν αναιρεί τη διάχυτη αίσθηση φόβου, αλλά με έναν τρόπο την επιτείνει, εφόσον πλέον ένα μέρος της διαχείρισής του περνάει στα ίδια τα άτομα που πρέπει να επαγρυπνούν διαρκώς ώστε να «μείνουμε ασφαλείς». Η χρησιμότητα του φόβου ως μηχανισμού κινητοποίησης και ενεργοποίησης έναντι κινδύνων είναι αυτονόητη. Ομως, την ίδια στιγμή κάποιες φορές υποτιμούμε την τοξική διάσταση που έχει ο φόβος.

Αναφέρομαι στον τρόπο που λειτουργεί παραλυτικά για την κοινωνική ζωή, τον τρόπο που αποδομεί τη θεμελιώδη κοινωνικότητά μας, αποδιαρθρώνοντας κοινωνικές σχέσεις και χειρονομίες οικειότητας και υπονομεύοντας κρίσιμες συλλογικές πρακτικές που συγκροτούν αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε δημοκρατία, αγωνιστική διεκδίκηση και ιστορική πρόοδο. Ακόμη χειρότερα, ενίοτε ο φόβος ενέχει και τον επιπλέον κίνδυνο μιας παθολογικής προσκόλλησης στους φορείς εξουσίας, ιδίως εάν οι τελευταίοι ρητά ή άρρητα προβάλλουν την εικόνα ότι το τίμημα της προστασίας έναντι κινδύνου είναι ένας αυξημένος βαθμός συμμόρφωσης.

Γι’ αυτόν τον λόγο έχει σημασία να σκεφτούμε πέρα από τον φόβο. Πιο σωστά να κάνουμε τη διαδρομή που ξεκινά από την αναγνώριση του φόβου και καταλήγει στην άρνηση υποταγής σε αυτόν. Και αυτό σημαίνει να αποδεχτούμε ότι η βασική μας άμυνα έναντι κινδύνων δεν είναι η απεμπόληση της κοινωνικότητας ή της αγωνιστικότητάς μας, ούτε η παθητική αναδίπλωση σε έναν εξατομικευμένο πανικό ή στην άκριτη αποδοχή κάθε είδους περιορισμού.

Η υπέρβαση του φόβου περνάει μέσα από την επίγνωση ότι ζούμε ανάμεσα σε κινδύνους τους οποίους μπορούμε να διαχειριστούμε ακριβώς γιατί μπορούμε μέσα από τις συλλογικές κοινωνικές πρακτικές μας να επινοούμε συλλογικά συλλογικές μορφές, μέτρα και τεχνικές που καθιστούν τη ζωή μας καλύτερη και λιγότερο επικίνδυνη. Αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα και τώρα μπροστά μας.

Γράψτε το σχόλιο σας