Αν και ο νέος κοροναϊός συνεχίζει την επέλασή του ανά τον κόσμο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν να σκέφτονται πώς θα ξανανοίξουν τα εργοστάσια, τα γραφεία και τα σχολεία τους, ενώ παράλληλα ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο νέων ξεσπασμάτων της πανδημίας. Ήδη τη Δευτέρα η Αυστρία ανακοίνωσε ότι τα καταστήματα στην επικράτειά της θα αρχίσουν να ξαναλειτουργούν μετά το Πάσχα. Πρόκειται για την πρώτη Ευρωπαϊκή χώρα που θα το τολμήσει.

Οι κυβερνήσεις πιέζονται όλο και περισσότερο να εξηγήσουν τη στρατηγική τους, καθώς το οικονομικό βάρος των μέτρων που ελήφθησαν για τον περιορισμό του ιού συσσωρεύεται. Παράλληλα δεν λείπουν και οι φόβοι ότι τα αποθέματα τροφής, αλλά και η πρόσβαση στην υγεία θα τεθούν σε κίνδυνο αν τα μέτρα κρατήσουν για πολύ καιρό ακόμη.

Ενώ η καραντίνα αναμένεται να κρατήσει για αρκετές εβδομάδες – ακόμη και μήνες στην περίπτωση ορισμένων χωρών – τα λεπτομερή σχέδια που εκπονούνται αυτή τη στιγμή θα μπορούσαν να προστατεύσουν τα ευάλωτα μέλη των επιμέρους κοινωνιών και να βοηθήσουν την οικονομία να ανακάμψει γρήγορα όταν αρθούν οι περιορισμοί. Αντιθέτως αν προκύψουν νέα ξεσπάσματα της πανδημίας εξαιτίας λαθών στο σχεδιασμό, σύντομα θα χρειαστεί να επιβληθούν νέοι περιορισμοί στην εργασία και τη δημόσια ζωή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την οικονομία.

Στη Γερμανία, όπου 100.000 άνθρωποι έχουν βρεθεί θετικοί στο νέο κοροναϊό και 1.600 έχουν χάσει τη ζωή τους, μια ομάδα οικονομολόγων, δικηγόρων και υγειονομικών προτείνουν ένα σχέδιο σταδιακής ανάκαμψης της πιο ισχυρής ευρωπαϊκής οικονομίας, το οποίο θα επιτρέψει σε συγκεκριμένους κλάδους και εργαζόμενους να επιστρέψουν στις δραστηριότητές τους, ενώ παράλληλα θα λαμβάνονται μέτρα για την αποτροπή ενός νέου κύματος μολύνσεων.

Η έκθεση που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από το Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας IFO υπογράφεται από δώδεκα ακαδημαϊκούς, οι οποίοι σημειώνουν ότι δεν αναμένουν να παραχθεί κάποιο εμβόλιο ή αποτελεσματική θεραπεία για τον νέο κοροναϊό πριν το 2021. Ως εκ τούτου θεωρούν ότι, η Γερμανία θα πρέπει να προσεγγίσει τη μάχη με την ασθένεια “περισσότερο σαν Μαραθώνιο παρά σαν σπριντ”.

Τα μελλοντικά μέτρα θα πρέπει να σχεδιαστούν και να προετοιμαστούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε από τη μία πλευρά να εξασφαλίζουν την ποιοτική ιατρική περίθαλψη και από την άλλη να μπορούν να είναι βιώσιμα για όλη τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος”, εξηγούν οι ειδικοί. “Ο σχεδιασμός για αυτή τη μετάβαση θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα, από την πολιτική, τη διοίκηση, τις επιχειρήσεις και τους άλλους οργανισμούς”¨.

Η Γερμανία έχει επιβάλει διακοπή λειτουργίας στα σχολεία, τα εστιατόρια, τις παιδικές χαρές, τις αθλητικές εγκαταστάσεις και τα περισσότερα καταστήματα τουλάχιστον έως τις 20 Απριλίου, γεγονός που ασκεί πίεση σε μια οικονομία που ήδη απειλούσε να τεθεί σε υφεσιακή τροχιά. Ο εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης, Στέφεν Ζάιμπερτ, δήλωσε τη Δευτέρα ότι προς το παρόν αδυνατεί να δώσει μια συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη της άρσης των περιορισμών. Το IFO προβλέπει μείωση του ΑΕΠ κατά 20% αν η καραντίνα διαρκέσει τρεις μήνες.

Πώς επανεκκινείται μια οικονομία;

Η γερμανική κυβέρνηση έχει ήδη εξαγγείλει ένα πακέτο στήριξης ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει μέτρα ώθησης των επιχειρήσεων σε δανεισμό, αγοράς μετοχών εταιρειών, αλλά και στήριξης των εργαζομένων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα πακέτα οικονομικής στήριξης που θα τεθούν σε ισχύ σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η έκθεση του IFO προτείνει ότι η χώρα θα πρέπει να δημιουργήσει άμεσα ένα συμβούλιο ειδικών και εκλεγμένων εκπροσώπων των πολιτών, οι οποίοι θα σχεδιάσουν τη σταδιακή χαλάρωση των μέτρων περιορισμού στην εργασία και τη δημόσια ζωή, αλλά και το πότε οι βιομηχανίες θα επιστρέψουν στην φυσιολογική παραγωγή. Σύμφωνα με τους Γερμανούς ειδικούς, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να επιστρέψουν εθελοντικά στον χώρο εργασίας τους.

Βιομηχανίες όπως οι τηλεπικοινωνίες και η αυτοκινητοβιομηχανία που επιφέρουν τα μεγαλύτερα κέρδη για την οικονομία θα πρέπει να τεθούν σε προτεραιότητα, σημειώνει η έκθεση, ενώ η εργασία που μπορεί να γίνει εύκολα από το σπίτι θα πρέπει να συνεχίσει να διεκπεραιώνεται εξ αποστάσεως. Οι παιδικοί σταθμοί και τα σχολεία θα πρέπει να ανοίξουν σχετικά γρήγορα, καθώς τα νεαρά άτομα σπανίως εμφανίζουν σοβαρά συμπτώματα, ενώ οι γονείς δεν μπορούν να εργαστούν όσο οι βρεφονηπιακοί σταθμοί και τα σχολεία παραμένουν κλειστά.

Τέλος στη μαζική διασκέδαση

Οι εταιρείες που κατασκευάζουν προϊόντα υγειονομικής περίθαλψης ή συστατικά φαρμάκων θα πρέπει επίσης να επανέλθουν άμεσα σε λειτουργία, ενώ τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια θα συνεχίσουν να υπακούν σε συγκεκριμένους περιορισμούς, καθώς τέτοιοι χώροι δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική τήρηση των απαραίτητων αποστάσεων. Τα κλαμπ και τα κέντρα διασκέδασης θα πρέπει προς το παρόν να παραμείνουν κλειστά, ενώ θα συνεχιστεί και η απαγόρευση των πολυπληθών εκδηλώσεων.

Οι ειδικοί σημειώνουν ότι είναι πιθανό σε κάθε περιοχή να ισχύουν διαφορετικοί περιορισμοί. Για παράδειγμα, οι επαρχιακές περιοχές όπου η μετάδοση του ιού είναι δύσκολη και η διασπορά του εντός του πληθυσμού χαμηλή, ενδέχεται να δουν πρώτες τα μέτρα να χαλαρώνουν. Με την πάροδο του χρόνου, οι περιοχές ο πληθυσμός των οποίων έχει αναπτύξει υψηλό βαθμό ανοσίας, ίσως μπορέσουν επίσης να αρχίσουν να λειτουργούν με λιγότερους περιορισμούς.

Αυτό, φυσικά, απαιτεί συντονισμένο και ευρύ έλεγχο μέσω τεστ για τον νέο κοροναϊό. Αναγκαία κρίνεται και η εκπαίδευση του κοινού στη σωστή υγιεινή και η επιβολή της χρήσης προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού.

Οι ειδικοί προτείνουν επίσης η χώρα να στραφεί προς μια “σημαντική” αύξηση της παραγωγής προστατευτικών ρούχων και μασκών, να αυξήσει την δυνατότητά της για παραγωγή φαρμάκων και εμβολίων, και να εγκαθιδρύσει μια τεχνολογική πλατφόρμα που θα επιτρέπει τον στρατηγικό σχεδιασμό.

Και ενώ η ομάδα των ειδικών θα καταθέτει προτάσεις, οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες θα έχουν τον τελευταίο λόγο σε σχέση με την ημερομηνία της άρσης των μέτρων. “Η απόπειρα να ελεγχθεί κεντρικά η επιστροφή στην παραγωγή, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει στην πράξη. Η επιστροφή θα οριστεί κυρίως από τους ίδιους τους θεσμούς και τις εταιρείες”, τονίζει η έκθεση.

Με το βλέμμα στην Κίνα

Οι χώρες που επιδιώκουν να οδηγήσουν την οικονομία τους σε ανάκαμψη ενώ εξακολουθούν να αποτρέπουν ένα δεύτερο κύμα κοροναϊού, μπορούν να πάρουν παραδείγματα από την Κίνα σε σχέση με τις στρατηγικές που λειτουργούν ή αποτυγχάνουν.

Η χώρα υπέφερε την πρώτη της οικονομική συρρίκνωση μετά από δεκαετίες, έπειτα από την επιβολή δραστικών μέτρων για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κοροναϊού.

Η Κίνα έχει θέσει σε λειτουργία ένα επιθετικό σχέδιο ανάκαμψης της οικονομίας, εισάγοντας πολιτικές και εκστρατείες που έχουν ως στόχο την ώθηση των εργαζομένων πίσω στον χώρο εργασίας τους, την ενθάρρυνση της επιχειρηματικής αισιοδοξίας και την προστασία όσο το δυνατόν περισσότερων εταιρειών από την κατάρρευση. Το Πεκίνο δαπανά δισεκατομμύρια δολάρια σε ιατρικές προμήθειες και θεραπείες, αλλά και στην ενίσχυση οικοδομικών εργασιών με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Επιπλέον αίρει τα οδοφράγματα και επιτρέπει στους πολίτες να ταξιδεύουν με μεγαλύτερη ελευθερία στις περιοχές όπου ο ιός δείχνει να έχει κάνει τον κύκλο του.

Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς για να υποθέσουμε πως όλα έχουν τελειώσει. Νέα ερωτήματα τίθενται σχετικά με την αξιοπιστία των στατιστικών που ανακοινώνει το Πεκίνο γύρω από την πανδημία, ενώ τεράστια πλήθη ανθρώπων κατέκλυσαν τα τουριστικά αξιοθέατα της χώρας κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου.

Ορισμένες εταιρείες βιάστηκαν να επανέλθουν σε λειτουργία, γεγονός που δημιούργησε εμπόδια στην ανάρρωση του πληθυσμού. Για παράδειγμα, ένας κορυφαίος παραγωγός τιτανίου επέλεξε να ξανανοίξει τα εργοστάσιά του τον Φεβρουάριο, μόνο και μόνο για να τα κλείσει και πάλι μετά την μετάδοση του ιού στους εργαζόμενους.

Ανάγκη για ισορροπία

Ο Δρ. Άντονι Φάουκι, ο κορυφαίος λοιμωξιολόγος των ΗΠΑ, δήλωσε πρόσφατα ότι ενώ η δημόσια υγεία αποτελεί την βασική του προτεραιότητα, η διατήρηση των περιορισμών στην κοινωνία και την οικονομία για πολύ καιρό, θα μπορούσε να επιφέρει εξίσου αρνητικές συνέπειες.

Από την πλευρά του, ο πρώην πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Τόνι Μπλερ, δήλωσε σε ραδιοφωνική εκπομπή του BBC τη Δευτέρα ότι τον “τρομάζει” η καταστροφή που προκαλεί στην βρετανική οικονομία η καραντίνα, και η οποία αποτιμάται πό το Κέντρο Έρευνας Οικονομίας και Επιχειρηματικότητας στα 2,4 δισεκατομμύρια λίρες για κάθε μέρα που περνά.

Αν συνεχιστεί για πολύ καιρό θα αρχίσει να επηρεάζει και την ικανότητα του συστήματος υγείας να λειτουργεί αποτελεσματικά”, τόνισε ο Μπλερ.

Το ερώτημα που τίθεται τώρα από όλες τις χώρες του πλανήτη, σημειώνει ο Φάουκι, είναι το πώς θα επιτευχθεί η κατάλληλη ισορροπία.

Οι άνθρωποι εξαρτώνται από τις παραγωγικές αλυσίδες για τη διατροφή τους, για το ίδιο τους το φαγητό”, δήλωσε στους New York Times. “Μπορεί να πεινάσουν. Οι άνθρωποι αρρωσταίνουν. Αν επέμβουμε σε αυτές τις αλυσίδες σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον να μην υφίστανται, η κοινωνία θα βρεθεί μπροστά σε μια καταστροφική αναταραχή”.

Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι φροντίζουμε για τη σωστή ισορροπία”, κατέληξε.

Πηγή: www.cnn.com

Γράψτε το σχόλιο σας