Περισσότερο και από τον ίδιο τον εγκλεισμό, στρεσογόνο επίδραση έχει η απροσδιόριστη διάρκειά του. Αυτό μπορούν να σας το διαβεβαιώσουν διαχρονικά όλοι οι έγκλειστοι, από τον καιρό ακόμη που το στρες ήταν λέξη άγνωστη (όχι όμως και το βίωμά του). Τυπική είναι η περίπτωση του Μαρκήσιου ντε Σαντ (1740-1814) που πέρασε σχεδόν το εν τρίτον της ζωής του έγκλειστος, πρώτα στο φρούριο της Βενσέν, έπειτα στη φυλακή της Βαστίλλης και κατόπιν στο άσυλο του Σαραντόν.

Ο βρετανός βιογράφος Ντόναλντ Τόμας στη «Θεϊκή ζωή του Μαρκήσιου ντε Σαντ» (εκδόσεις Γκοβόστη, 1995) ισχυρίζεται ότι η μόνιμη πηγή του άγχους του, καθώς και το λίπασμα για τα μακάβρια σεξουαλικά του οράματα, ήταν η συνήθης τακτική του Λουδοβίκου 16ου – όπως και όλης της δυναστείας των Βουρβόνων – να μην προσδιορίζει μια συγκεκριμένη ποινή φυλάκισης, αλλά να σε μαντρώνει πίσω από τα σίδερα «μέχρι νεωτέρας». Εάν πάλι έχουμε την αίσθηση ότι η χρονική απροσδιοριστία του εγκλεισμού αφορά άλλους αιώνες και άλλα καθεστώτα, δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά και στην ανατριχιαστική έρευνα του δημοσιογράφου Στέφεν Γκρέι «Αεροπλάνο Φάντασμα:

Η αληθινή ιστορία των μυστικών επιχειρήσεων της CIA» (εκδόσεις Ποντίκι, 2008). Εκεί θα δούμε πώς, μετά την 11η Σεπτέμβρη, συνηθισμένοι καθημερινοί άνθρωποι, παντελώς αθώοι του αίματος, απήχθησαν στο φως της ημέρας, μεταφέρθηκαν σε σκοτεινά κελιά της Μέσης Ανατολής και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον πλέον αταβιστικό τους φόβο: το μαρτύριο που δεν ξέρεις πότε θα τελειώσει.

Αυτό το ψυχολογικό βασανιστήριο σε σμίκρυνση είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως ασκούμενος κοινωνικός λειτουργός στο Ιδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων (Αναμορφωτήριο). Σημείωνα μεταξύ άλλων στην επιθεώρηση βιβλίου «Διαβάζω» τον Ιούνιο του 1996: «[Οι κρατούμενοι στο Ιδρυμα Αγωγής] υπόκεινται σ’ έναν διαχωρισμό, καθοριστικό για τη συμπεριφορά τους μέσα στο Ιδρυμα, για την ίδια την ψυχική τους διαύγεια: σ’ εκείνους που έρχονται να εκτίσουν μια καθορισμένη ποινή, όσο αυστηρή ή άδικη, και σ’ εκείνους που εισάγονται για σωφρονισμό αόριστης χρονικής διάρκειας, με την ελευθερία τους υποθηκευμένη στις διαθέσεις του διευθυντή ή του δεσμοφύλακα. Ακόμη και αν δεν είσαι προικισμένος με σπουδαία όσφρηση, εύκολα εντοπίζεις ποια από τις δύο ομάδες μυρίζει μπαρούτι. Πού κυριαρχεί η ανασφάλεια, πού καραδοκεί η αυτοδικία και πού προσφέρει καταφύγιο η τρέλα».

Η χρονική απροσδιοριστία του εγκλεισμού στην περίπτωση του κορωνοϊού καταγράφει ήδη τα πρώτα της θύματα στο πεδίο των ψυχικών διαταραχών, ιδίως σε χώρες όπου παρατείνεται πέραν του μήνα. Η παρηγορητική έκκληση των Αρχών «μείνετε στα σπίτια σας για δύο εβδομάδες», μόλις ακολουθείται από το δυσοίωνο «και μετά βλέπουμε», δεν σε ωθεί προς την κατεύθυνση του καθησυχασμού. Τι βλέπουμε, δηλαδή; Εως πότε θα βλέπουμε; Πόσο ανακουφιστικό μπορεί να ηχεί το «μέχρι το καλοκαίρι θα έχουμε ξεμπερδέψει», αφ’ ης στιγμής συνοδεύεται από τον ενδοιασμό «αλλά ο συγκεκριμένος κορωνοϊός συμπεριφέρεται απρόβλεπτα»; Πόσο «η ζέστη θα σκοτώσει τον κορωνοϊό», όταν καταγράφονται ήδη κρούσματα και σε αφρικανικές χώρες με σταθερά υψηλές θερμοκρασίες; Το δόγμα «ξέρω ότι δεν ξέρω», που γκρεμίζει τα χρηματιστήρια και αποσαθρώνει τις οικονομίες, τρίζει τα δόντια του πιο απειλητικά από ποτέ. Πόσο να αντέξει κι ένας λαός, που δεν πρόλαβε να πιάσει λιμάνι, να συνέλθει από τη ναυτία μιας υπερδεκάχρονης κρίσης (της μεγαλύτερης εσωτερικής υποτίμησης εν καιρώ ειρήνης) και του λένε τώρα να ξαναμπαρκάρει; Νεύρα είναι κι αυτά· μας τα κάνουν τσατάλια.

Εάν η χρονική απροσδιοριστία είναι η πρώτη πράξη του δράματος, ο εγκλεισμός καθαυτός είναι η δεύτερη πράξη. Να μείνουμε σπίτι – να κάνουμε τι;

Πόσο καλά προετοιμασμένοι – εκπαιδευμένοι, αν προτιμάτε – είμαστε για να μείνουμε σπίτι; Εχουμε κατακλυστεί από χαρωπά μηνύματα – συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργικού – γύρω από τις παραμελημένες αρετές του cocooning. Θα έλεγε κανείς ότι, όλα αυτά τα χρόνια, το μόνο που μας εμπόδιζε από το να μουλιάζουμε μπροστά στην τηλεόραση και να εκτοξεύσουμε τις 4 ώρες και 20 λεπτά μέσης καθημερινής τηλεθέασης (τη δεύτερη υψηλότερη στην Ευρώπη) σε διψήφιο νούμερο ήταν η… εργασία μας· να που ήρθε ο ευλογημένος κορωνοϊός για να μας απαλλάξει και από αυτήν την αγγαρεία.

«Μένω σπίτι, παρέα με την οικογένειά μου», έπεσε το μάτι μου σ’ ένα σκωπτικό διαδικτυακό σχόλιο· «καλοί άνθρωποι μού φαίνονται». Η αλήθεια είναι πως μια κοινωνία που μας μαθαίνει εξ απαλών ονύχων να είμαστε επιδερμικοί κι εξωστρεφείς, να σκοτώνουμε την ώρα μας αντί να την αξιοποιούμε, να παρακολουθούμε σαχλαμάρες ή να χαρχαλεύουμε το τάμπλετ ώσπου το μυαλό μας να κουρκουτιάσει, δεν μας εφοδιάζει παράλληλα με την αυστηρή εσωτερική πειθαρχία που απαιτεί ο παρατεταμένος εγκλεισμός. Δεν μας εξοπλίζει με το δημιουργικό ταπεραμέντο ενός Ξαβιέ ντε Μεστρ.

Ποιος διάολο είναι πάλι αυτός; Ενας αξιωματικός του Ναπολέοντα, έγκλειστος σε μια σοφίτα. «Το 1790, σε ηλικία 27 χρονών», γράφει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος στην ιστοσελίδα του Amagi, «ο γάλλος συγγραφέας Ξαβιέ ντε Μεστρ, ευρισκόμενος εξαιτίας μιας ατυχούς μονομαχίας για έξι εβδομάδες σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Τορίνο, λάτρης των ταξιδιών, της ανάγνωσης και της ζωγραφικής, επιχείρησε – εν μέρει για να εξακριβώσει μια ιδέα του, εν μέρει για να περάσει την ώρα του – ένα ιδιότυπο, ασυνήθιστο και περιπετειώδες ταξίδι, η καταγραφή των αποτελεσμάτων του οποίου επρόκειτο να συμβάλει στη συγγραφική του αθανασία πολύ περισσότερο απ’ ό,τι όλα τα υπόλοιπα έργα του μαζί. Το ταξίδι που επιχείρησε, φορώντας τις παντόφλες και τις πιτζάμες του, ήταν μια περιήγηση μες στη σοφίτα που χρησίμευε για κρεβατοκάμαρά του και το βιβλίο που δημοσιεύτηκε τέσσερα χρόνια αργότερα τιτλοφορείται «Ταξίδι στο δωμάτιό μου»…».

Ο Ξαβιέ ντε Μεστρ υπέγραψε ένα από τα μινιμαλιστικά διαμάντια της παγκόσμιας πεζογραφίας μετουσιώνοντας τον σωματικό εγκλεισμό σε πνευματική απελευθέρωση και αποδεικνύοντας για μιαν ακόμη φορά ότι στην Τέχνη δεν έχει τόσο σημασία το «θέμα» – ας είναι κι ένα τασάκι, ας είναι κι ένα πόμολο – όσο ο «τρόπος» που χειρίζεσαι το όποιο «θέμα». Το «Ταξίδι στο δωμάτιό μου» κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το 1983 από τις εκδόσεις Εκκρεμές. Εάν δεν βρισκόταν εδώ και χρόνια εκτός κυκλοφορίας κι εάν τα βιβλιοπωλεία δεν ήταν κλειστά, ίσως να μπορούσαμε κάπου να το ξετρυπώσουμε. Ωστόσο, τα βιβλιοπωλεία δεν περιλαμβάνονται στα καταστήματα ειδών πρώτης ανάγκης – σε αντίθεση με τα είδη κινητής τηλεφωνίας – και αυτή η λεπτή διάκριση μαρτυράει περισσότερα για τους απογόνους του «πιο σοφού λαού του κόσμου» από όσα θα μαρτυρούσε ποτέ ο ευφάνταστος Ξαβιέ ντε Μεστρ.

Γράψτε το σχόλιο σας