Υπό κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια από τις πιο εντυπωσιακές εκλογικές επιστροφές. Εκεί που τον αντιμετώπιζαν ως ξοφλημένο ο Τζο Μπάιντεν έκανε μια εντυπωσιακή πολιτική επιστροφή. Κερδίζει ένα μεγάλο μέρος από τις εκλογές της «Σούπερ Τρίτης» και διεκδικεί να είναι αυτός που έχει έναν αέρα νίκης έναντι του Μπέρνι Σάντερς.

Μέχρι πριν από λίγες μέρες το ενδεχόμενο αυτό φαινόταν μακρινό. Ο Μπάιντεν είχε πάει απογοητευτικά στις πρώτες προκριματικές εκλογές, τερματίζοντας τέταρτος στην Αϊόβα και πέμπτος στο Νιου Χάμπσαϊρ, η παρουσία του στα τηλεοπτικά debate των Δημοκρατικών ήταν κακή, η απήχησή του υποχωρούσε, έδειχνε πιο γερασμένος από όλους τους συνυποψηφίους του, συναντούσε δυσκολίες να βρει χρηματοδότηση, ενώ είχε αρχίσει να επιστρέφει το τραύλισμα που είχε κατορθώσει να ελέγξει στην μακρά πολιτική του διαδρομή.

Η αναζήτηση του «εκλόγιμου» υποψηφίου

Τι ήταν αυτό που άλλαξε τα πράγματα; Όλα δείχνουν ότι είναι η εναγώνια προσπάθεια των Δημοκρατικών, τόσο σε επίπεδο ηγεσίας και «κατεστημένου» όσο και τμήμα της εκλογικής βάσης, να μπορέσουν να βρουν τον υποψήφιο που θα είναι «εκλόγιμος».

Και το σημείο τομής όπου αυτά συγκεφαλαιώθηκαν ήταν οι προκριματικές στη Νότια Καρολίνα, πολιτεία με σημαντική παρουσία αφροαμερικανών ψηφοφόρων. Εκεί η νίκη του Μπάιντεν, σε μεγάλο βαθμό αναπάντεχη ως προς την έκτασή της, τον επανέφερε στο προσκήνιο και στη συνέχεια τρεις υποψήφιοι που είχαν αποσυρθεί, η Έιμι Κλόμπουτσαρ, ο Πήτ Μπούτιτζετζ και ο Μπέτο Ο’ Ρουρκ, δήλωσαν ότι τον στηρίζουν. Όλα αυτά δημιούργησαν μέσα σε λίγα 24ώρα μια δυναμική νίκης για την υποψηφιότητα Μπάιντεν.

Γιατί, όμως, απασχολεί τόσο τους Δημοκρατικούς, η εκλογιμότητα του υποψηφίου; Για τον προφανή λόγο ότι χωρίς ποτέ να αποκτήσει πλειοψηφική δυναμική, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μπαίνει στην εκλογική μάχη έτοιμος να εκμεταλλευτεί το κατά βάση αντιδημοκρατικό σύστημα του «Κολεγίου των εκλεκτόρων», να στηριχτεί στις θετικές επιδόσεις στην οικονομία και προσπαθήσει να κερδίσει τις Πολιτείες που θα κάνουν τη διαφορά, ακόμη και εάν στο συνολικό αριθμό ψήφων βρεθεί στη δεύτερη θέση.

Απέναντι σε αυτό οι Δημοκρατικοί δεν αρκεί να κερδίσουν τις Πολιτείες που θα κέρδιζαν ούτως ή άλλως, ή την ψήφο των νέων, των γυναικών, των μορφωμένων των αφροαμερικανών και άλλων μειονοτήτων, όπως έκανε η Χίλαρι Κλίντον το 2016. Χρειάζεται να περιορίσουν και την επιρροή του Τραμπ εκεί όπου είναι ισχυρή.

Ποιος μπορεί να κερδίσει τον Τραμπ;

Και εκεί είναι που εξαρχής υπήρχε η αντιπαράθεση για το ποιος υποψήφιος μπορεί να κάνει τη διαφορά.

Η μία άποψη, που στηρίζεται και σε αρκετά δημοσκοπικά δεδομένα ήδη από το 2016, είναι ότι αυτό μπορεί να το κάνει μόνο ένας υποψήφιος που θα δοκιμάσει να είναι ενάντια στο κατεστημένο «από τα αριστερά» και που θα δοκιμάσει να κερδίσει μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που βλέπουν με επιφύλαξη την παραδοσιακή πολιτική.

Η άλλη άποψη είναι ότι οι Δημοκρατικοί για να χτυπήσουν τον Τραμπ χρειάζονται έναν πολιτικό που να αποπνέει σοβαρότητα, σε αντίθεση με τον υποτίθεται τυχάρπαστο Τραμπ, εμπειρία στη διακυβέρνηση και «κεντρώες» θέσεις ώστε να έχει διεισδυτικότητα στους συντηρητικούς ψηφοφόρους.

Το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος εξαρχής δεν ήθελε τον Σάντερς

Σε όλα αυτά προστέθηκε και κάτι πολύ σημαντικό. Ένα μεγάλο μέρος του κατεστημένου του Δημοκρατικού Κόμματος, απλώς δεν αντέχει τη σκέψη της υποψηφιότητας του Μπέρνι Σάντερς. Παρά τη δημοφιλία που έχει μέσα στους ψηφοφόρους, ο γερουσιαστής από το Βερμόντ, που επιμένει να δηλώνει «σοσιαλιστής», εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με εχθρότητα. Μια ματιά στη στήλη με τις «γνώμες» των New York Times, της ναυαρχίδας του φιλελεύθερου Τύπου στις ΗΠΑ, θα διαπιστώσει μια αυξανόμενη συχνότητα άρθρων που επιμένουν στο «όχι με τον Σάντερς». Αυτή η πολεμική κυρίως παίρνει τη μορφή μιας τοποθέτησης περί της «μη εκλογιμότητας» του Σάντερς, εφόσον θα βρεθεί στο στόχαστρο και άρα θα είναι εύκολο απέναντί του ο Τραμπ να φανεί ως «ρεαλιστική» λύση.

Το πρόγραμμα και ο πραγματισμός

Ας μην ξεχνάμε ότι οι αμερικανοί ψηφοφόροι είναι συνηθισμένοι στο να αντιλαμβάνονται πόσο περιορισμένες είναι οι πραγματικές δυνατότητες δράσης ενός Προέδρου. Στο σύνθετο αμερικανικό πολιτικό σύστημα, με τα διάφορα επίπεδα και «φίλτρα» λήψης αποφάσεων, τα πραγματικά περιθώρια ενός προέδρου να αλλάξει πράγματα έχουν περισσότερο να κάνουν με ικανότητες διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού παρά με το πόσο εμπνέει το πρόγραμμά του. Αρκεί να σκεφτούμε την τεράστια δυσκολία που συνάντησε ο Μπαράκ Ομπάμα να υλοποιήσει το δημοφιλές στους ψηφοφόρους σχέδιό του για το σύστημα υγείας.

Σε αυτό το φόντο, εμφανίζεται το φαινόμενο, ακόμη και απλοί ψηφοφόροι να σκέφτονται με το κριτήριο της «εκλογιμότητας» και του «πραγματισμού» και το ποιος μπορεί να κερδίσει τον Τραμπ και όχι με το κριτήριο πόσο «αριστερά» πρέπει να μετακινηθεί το πρόγραμμα του δημοκρατικού κόμματος. Για παράδειγμα, αυτό ήταν ένα αντανακλαστικό που καταγράφηκε σε μεγαλύτερης ηλικίας αφροαμερικανούς ψηφοφόρους στη Νότια Καρολίνα.

Η έξοδος Μπλούμπεργκ και το δίλημμα της Γουόρεν

Την ίδια ώρα η θεαματική επιστροφή του Μπάιντεν ακυρώνει τα σχέδια του Μάικ Μπλούμπεργκ να διεκδικήσει αυτός να είναι η «κεντρώα» απάντηση στον Σάντερς. Παρά την εντυπωσιακή προεκλογική του εκστρατεία, είναι σαφές ότι δεν είχε ελπίδα να διεκδικήσει αυτός να είναι ο υποψήφιος. Γι’ αυτό και ανέστειλε την προεκλογική του εκστρατεία και δήλωσε ότι στηρίζει τον Μπάιντεν.

Την ίδια ώρα μεγάλη είναι η πίεση που δέχεται η Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Εξακολουθεί να διατηρεί μια σημαντική επιρροή, όμως δεν έχει δυνατότητα να διεκδικήσει πραγματικά το χρίσμα. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται είναι σε ποιον από τους δύο προπορευόμενους θα δώσει την υποστήριξή της.

Η μάχη συνεχίζεται

Ωστόσο, η μάχη δεν έχει τελειώσει ακόμη. Ο Σάντερς χάνει το αέρα του νικητή που είχε φανεί να κατακτά μετά τους πρώτους γύρους και είναι ο Μπάιντεν αυτός που βγαίνει μπροστά. Όμως, την ίδια στιγμή κερδίζοντας την εξαιρετικά πολυπληθή και με μεγάλο αριθμό εκλεκτόρων Καλιφόρνια, πλάι στην Γιούτα, το Βερμόντ και το Κολοράντο, παραμένει μέσα στη μάχη και εξακολουθεί να έχει έναν αρκετά μεγάλο και ενθουσιώδη στρατό υποστηρικτών.

Την ίδια ώρα ο Πρόεδρος Τραμπ αναπροσαρμόζει τη στρατηγική του και αρχίζει να ξεδιπλώνει τη στρατηγική του. Με την παγκόσμια οικονομία να οδεύει σε μια έστω και πρόσκαιρη επιβράδυνση λόγω της εξάπλωσης της επιδημίας του Covid-19 και τις ΗΠΑ να ετοιμάζονται για την τοπική εξάπλωση, το βασικό του επιχείρημα για την καλή εικόνα της οικονομίας μπορεί να διακυβευτεί

Γράψτε το σχόλιό σας