Παρά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, που ήταν ο αντικειμενικός του σκοπός, το ΝΑΤΟ διατηρήθηκε (και ορθώς) ως η ισχυρότερη στρατιωτική συμμαχία του πλανήτη και ως εγγύηση για την παγκόσμια ασφάλεια. Αλλά κατά την επακολουθήσασα επανίδρυση της Ρωσίας, της Λευκορωσίας, της Ουκρανίας και των υπόλοιπων συστατικών οντοτήτων της σοβιετικής αυτοκρατορίας ως κυρίαρχων κρατών, η νατοϊκή συμμαχία δεν έκανε τη μεγάλη ανατροπή: ήτοι την πρόσκληση στη Ρωσία να συμμετάσχει στις τάξεις του. Ακόμα περισσότερο, διατήρησε την ψυχροπολεμική του στάση έναντι της Ρωσίας, διότι αυτό ήταν το μοντέλο σκέψης και λειτουργίας του οργανισμού επί σαράντα χρόνια.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ρωσία να ακολουθήσει τον δρόμο της ανασυγκρότησης ερήμην της Δύσης και μάλιστα ως αντίπους της Δύσης. Οταν μάλιστα το 2014 η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία, οι σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης έφτασαν σε οριακό επίπεδο. Οπως και σε άλλα ζητήματα (π.χ. αντιπυραυλική ασπίδα), με τη Δύση επικράτησε αμοιβαία καχυποψία και ενίοτε εχθρότητα.

Ο Τραμπ ανέτρεψε με τον δικό του ιδιόρρυθμο και αντισυμβατικό τρόπο αυτή τη στάση. Προσέγγισε τη Ρωσία στη βάση μιας στενής διαπροσωπικής σχέσης με τον Πούτιν. Οι κατηγορίες εναντίον του για ιδιοτέλεια ή για εμπλοκή της ρωσικής πολιτικής στην εκλογή του δεν αποδείχθηκαν. Σημασία έχει η γεωπολιτική διάσταση της προσέγγισης και όχι τα κίνητρα του αμερικανού προέδρου.

Ο αργά αλλά σταθερά αναδυόμενος νέος παγκόσμιος παίκτης είναι οφθαλμοφανώς η Κίνα. Στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική, στη Μεσόγειο, η Κίνα είναι ήδη γεωπολιτικά και γεωοικονομικά παρούσα. Η αμερικανορωσική προσέγγιση είναι η απάντηση στην προοπτική ενός πλανήτη με την Κίνα σε πρώτο ρόλο.

Η εναλλακτική για τη Ρωσία θα ήταν μια συμμαχία με την Κίνα, το Ιράν και άλλες αντιδυτικές δυνάμεις. Σε αυτή την περίπτωση, οι ΗΠΑ θα αντιμετώπιζαν έναν συνασπισμό με εύρος από τη Μεσόγειο μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο νεοκαπιταλισμός και η εκρηκτική δημογραφία της Κίνας θα συνενώνονταν με την πυρηνική ισχύ της Ρωσίας και θα δημιουργούσαν σοβαρή απειλή για την αμερικανική ηγεμονία.

Αντιθέτως, η συμμαχία ΗΠΑ – Ρωσίας, που επιδιώκει ο Τραμπ, θα λειτουργήσει ως εξισορροπητικός παράγων στην αναβάθμιση της Κίνας σε παγκόσμια υπερδύναμη. Μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας η Ρωσία θα επιλέξει τις ΗΠΑ, από τις οποίες στην πραγματικότητα δεν απειλείται. Αντιθέτως η Κίνα αποτελεί σοβαρή απειλή για τη Ρωσία, εκτός των άλλων διότι η αραιοκατοικημένη Σιβηρία αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπιστεί από την Κίνα ως η φυσική διέξοδος στην εκρηκτική δημογραφία της.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Τραμπ έχει έρθει σε αντίθεση με την αντιρωσική πολιτική του ΝΑΤΟ, του Δημοκρατικού Κόμματος και μέρους του αμερικανικού στρατιωτικο-διπλωματικού κατεστημένου. Και πάντως η στάση του έχει κάποια λογική, που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους επικριτές του.

Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Γενεύης

Γράψτε το σχόλιο σας