Η τελευταία ακολουθία ανακοινώσεων του ΣΥΡΙΖΑ που κατηγόρησαν τη ΝΔ ουσιαστικά για ενδοτική στάση τόσο απέναντι στην Τουρκία όσο και σε σχέση με τη συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ ήρθε να θυμίσει μια από τις πιο παραδοσιακές διαιρέσεις στην ελληνική πολιτική ζωή σε σχέση με την εξωτερική πολιτική: αυτή που διαχωρίζει πολιτικές δυνάμεις που πιστεύουν σε μια υποτίθεται αδιάλλακτη και σκληρή γραμμή και αυτές που υποστηρίζουν μια πολιτική κατευνασμού και συμβιβασμού.

Για την ιστορία ήταν κυρίως ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ που εκπροσώπησαν, κυρίως στην πρώτη θητεία της διακυβέρνησής τους την σκληρή γραμμή. Ήταν τότε που η ελληνική εξωτερική πολιτική συνειδητά επένδυσε σε μια όξυνση της αντιπαράθεσης με την Τουρκία ανακόπτοντας προηγούμενες διαδικασίες διαλόγου και διαμορφώνοντας μια πιο επιθετική στρατηγική, που σε επόμενα χρόνια θα βρει την έκφρασή του και σε στρατηγικές επιλογές όπως το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα Ελλάδας Κύπρου.

Ωστόσο, σταδιακά μπορούσε κανείς να πει ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική μετατοπίστηκε σε μια λιγότερο συγκρουσιακή κατεύθυνση, με καταλύτη ίσως τα Ίμια. Προφανώς και διατηρήθηκαν διαφορές, όπως π.χ. ανάμεσα σαφή επιλογή των κυβερνήσεων Σημίτη να προχωρήσουν σε συνολικότερες διευθετήσεις (έως και στα πρόθυρα «συνυποσχετικού» για τη Χάγη βρεθήκαμε, με αντάλλαγμα τη μη επέκταση των χωρικών υδάτων πέραν των ισχυόντων 6 ν.μ.) και την πολύ πιο επιφυλακτική των κυβερνήσεων Καραμανλή. Όμως, οι διαφορετικές πλευρές κινούνταν εντός ενός του ίδιου πλαισίου. Ακόμη και σε ένα ζήτημα που διαίρεσε την πολιτική σκηνή όπως το Μακεδονικό, ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπίστωνε ότι το περίγραμμα της τελικώς επιλεγείσας λύσης, είχε διατυπωθεί (έστω και ένα δεν προωθήθηκε) αρκετά χρόνια πριν.

Αυτή η σύμπλευση διατηρήθηκε και στη δεκαετία του 2010 όταν μια σειρά από μετατοπίσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όπως ήταν η αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, αποτέλεσαν κοινό τόπο του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι διαρκείς ταλαντεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ

Τυπικά ο ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται από μια παράδοση της Αριστεράς που συνδυάζει τον ευρωπαϊσμό με αντιλήψεις που τον φέρνουν πιο κοντά στις περισσότερο «ενδοτικές» απόψεις ως προς τα εξωτερικά. Ο Συνασπισμός στήριξε την ευρωπαϊκή προοπτική, υποστήριξε πρωτοβουλίες που αφορούσαν την ελληνοτουρκική φιλία, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ στα πρώτα του βήματα στήριξε ανοιχτά το «ναι» στο Σχέδιο Ανάν. Επιπλέον, υπήρξε ιστορικά ένα κόμμα που ταυτίστηκε με την θέση υπέρ της σύνθετης ονομασίας στο «Μακεδονικό». Μάλιστα, το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φτιάχτηκε κατά βάση με τη διεύρυνση του Συνασπισμού προς τα αριστερά, σήμαινε ότι κατά βάση ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο οι «διεθνιστικές» τοποθετήσεις.

Ωστόσο, στην περίοδο των Μνημονίων και μέσα στον τρόπο που η όλη συνθήκη βιώθηκε και ως απώλεια εθνικής κυριαρχίας, ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να μετατοπίζεται ως προς π.χ. την τοποθέτηση υπέρ της ΕΕ, επέλεξε να αναβαθμίσει έναν πιο «πατριωτικό» τόνο, θεωρώντας ότι εκτός όλων των άλλων μπορούσε με αυτόν τον τρόπο να ανοιχτεί και σε ένα κοινό της «Πάνω Πλατείας».

Αυτό με τη σειρά του διευκόλυνε και το έδαφος τόσο για την απορρόφηση ενός δυναμικού από το ΠΑΣΟΚ αλλά και για τη σύγκλιση με την υποτιθέμενη πατριωτική αντιμνημονιακή δεξιά των ΑΝΕΛ.

Βέβαια, η ίδια η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίστηκε από μια αντίφαση συχνά ανάμεσα στην ρητορική και την πολιτική πρακτική. Από τη μια ο Πάνος Καμμένος προσέφερε ουκ ολίγες στιγμές πατριωτικής κιτς, με πιο χαρακτηριστική την κατάθεση στεφάνου προς τιμήν των…. Σαλαμινομάχων, ενώ σε άλλες στιγμές απλώς τροφοδότησε τη ρητορική της Τουρκίας με κινήσεις όπως οι πτήσεις με Ελικόπτερο στην περιοχή των Ιμίων κ.λπ., ή επιχείρησε να προωθήσει επιλογές όπως η πώληση οπλισμού στη Σαουδική Αραβία με υπαρκτό κίνδυνο αυτά να χρησιμοποιηθούν στον πόλεμο στην Υεμένη.

Από την άλλη, η ίδια η κυβέρνηση αναβάθμισε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και όχι μόνο διαπραγματεύτηκε τον πυρήνα της νέας ελληνοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας αλλά και ουσιαστικά σε διάφορες περιοχές ξεκίνησε να την υλοποιεί κιόλας με επιπλέον παραχωρήσεις χρήσεων εγκαταστάσεων στις ΗΠΑ, την ώρα που απέναντι στην Τουρκία σε γενικές γραμμές, ανεξαρτήτως ρητορικών εξάρσεων ακολούθησε επί της ουσίας πολιτική κατευνασμού και διατήρησης διαύλων επικοινωνίας.

Συνολικά, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να θέλησε να μιμηθεί, κυρίως πριν το 2015 πλευρές μιας προηγούμενης «πατριωτικής» ρητορικής, αλλά επί της ουσίας δεν ξέφυγε από τα όρια μιας πολιτικής που κυρίως επένδυε στην ΕΕ και στη συμπόρευση με τις επιλογές των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή (κυρίως του Ισραήλ και της Αιγύπτου). Δεν είναι τυχαίο, ότι επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων, την ίδια ακριβώς περίοδο που και οι ΗΠΑ πίεζαν για μια τέτοια κατεύθυνση.

Η ρητορική ως πολιτική ανακολουθία

Όλα αυτά δίνουν ένα χαρακτήρα ιδιότυπης πολιτικής ανακολουθίας στην τρέχουσα έξαρση της κριτικής που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη του ως προς τις επιλογές της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στην εξωτερική πολιτική.

Αναρωτιέται για παράδειγμα κανείς, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα έκανε κάτι διαφορετικό π.χ. στην περίπτωση της εισόδου της του τουρκικού ερευνητικού σκάφους Ορούτς Ρέις στα όρια της γεωγραφικής περιοχής που παραδοσιακά θεωρείται ότι βρίσκεται η ελληνική υφαλοκρηπίδα;

Όταν η δική του κυβέρνηση βρέθηκε τον Οκτώβριο του 2018 αντιμέτωπη με την εμφάνιση του Μπαρμπαρός στο ίδιο περίπου γεωγραφικό όριο ούτε γενική επιστράτευση έκανε, ούτε έστειλε όλο το στόλο. Και τότε η φρεγάτα Νικηφόρος Φωκάς στάλθηκε να επιτηρεί μέχρις ότου το τουρκικού σκάφος κινηθεί εκτός των συγκεκριμένων ορίων, διατυπώνοντας την ίδια προειδοποίηση δια ασυρμάτου προς το τουρκικό σκάφος.

Στο βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποφύγει οποιαδήποτε αυτοκριτική για την πολιτική που άσκησε όταν ήταν στη διακυβέρνηση, της συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής πολιτικής, η κριτική του κάποιες φορές δίνει την εντύπωση περισσότερο της εξυπηρέτησης των αναγκών της πολιτικής αντιπαράθεσης παρά της στρατηγικής διαφωνίας.

Και αυτό όχι γιατί δεν πρέπει να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση και προγραμματική αντιπαράθεση για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Το ακριβώς αντίθετο. Οι τελευταίες εξελίξεις, με την κλιμάκωση των τουρκικών «προβολών ισχύος», τις εξελίξεις στη Συρία, όσο και το άνοιγμα νέων μετώπων στην ευρύτερη περιοχή (από την κλιμάκωση του Λιβυκού εμφυλίου πολέμου μέχρι την νέα αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν), όντως θα απαιτούσαν πολύ πιο κριτική αποτίμηση των βασικών οριζουσών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όλης της προηγούμενης δεκαετίας και επανεξέταση ιεραρχήσεων και συμμαχιών.

Όμως, για να μπορέσει να γίνει αυτό πρέπει οι συμμετέχοντες σε αυτή τη συζήτηση να συνεισφέρουν με τοποθετήσεις στρατηγικές οι οποίες να μπορούν να περιλαμβάνουν πραγματικά συμπεράσματα από την ίδια την εμπειρία της διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής. Διαφορετικά, απλώς μένουμε εντός των ορίων των παραδοσιακών κανόνων της κομματικής αντιπαράθεσης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr