Η νέα χρονιά μόλις ανέτειλε και η κυβέρνηση με το οικονομικό επιτελείο, έχουν ήδη χαράξει μέσω και του κρατικού προϋπολογισμού τις προτεραιότητες για το 2020.

Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα κρίσιμο, αν όχι κομβικό έτος για την χώρα στον οικονομικό τομέα, καθώς θα φανεί σχετικά άμεσα αν οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης στο πεδίο της φορολογίας και του ασφαλιστικού αποδίδουν, ώστε να ανασάνουν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και να αναθερμανθεί με αυξημένη ενεργό ζήτηση η ελληνική οικονομία.

Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση οφείλει να δώσει έμφαση σε συγκεκριμένους οικονομικούς κλάδους και να αναδείξει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας ώστε να καταστεί περισσότερο ανταγωνιστική στο διεθνές επιχειρείν.

Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να δοθούν σημαντικά φορολογικά και αναπτυξιακά κίνητρα στις εξαγωγικές επιχειρήσεις, ώστε να έχουν κίνητρο αφενός ν’αυξήσουν την παραγωγή τους και αφετέρου να αποκτήσουν τα κατάλληλα τεχνολογικά και ψηφιακά εργαλεία που θα τις καταστήσει ολοένα πιο ελκυστικές στο εξωτερικό, δημιουργώντας υπεραξία και για την ελληνική οικονομία, τόσο μέσω των φορολογικών εσόδων, όσο και με την ενίσχυση της απασχόλησης.

Μάλιστα τα αναπτυξιακά εξαγωγικά κίνητρα, μπορούν να συνδυαστούν με την προοπτική συγχωνεύσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δρουν είτε σε ομοειδείς κλάδους, είτε προσφέροντας συμπληρωματικά προϊόντα, ώστε να δημιουργηθούν μεγάλης κεφαλαιοποίησης εταιρίες, οι οποίες θα μπορούν όχι μόνο να ανταγωνίζονται επάξια αντίστοιχες του εξωτερικού, αλλά να αυξάνουν μακροπρόθεσμα το εθνικό ακαθάριστο προϊόν, δημιουργώντας υποκαταστήματα στην αλλοδαπή με αυξημένη ζήτηση και πωλήσεις.

Επίσης οι νέες διευρυμένες επιχειρήσεις που δύνανται να δημιουργηθούν, θα έχουν σημαντικά μεγαλύτερες προοπτικές χρηματοδότησης από την κεφαλαιαγορά και τις διεθνείς χρηματαγορές, διαφοροποιώντας έτσι τις πηγές χρηματοδότησής τους και μειώνοντας παράλληλα το συστημικό ρίσκο των χορηγήσεων από το τραπεζικό σύστημα.

Επιπρόσθετα, η προσπάθεια για μείωση της φορολογίας τόσο των φυσικών όσο και των νομικών προσώπων πρέπει να ενταθεί, ταυτόχρονα με την διεύρυνση της χρήσης του πλαστικού αλλά και του ηλεκτρονικού χρήματος, με στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και την δημιουργία επιπλέον δημοσιονομικού χώρου που μπορεί να κατευθυνθεί στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Βέβαια δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί το οικονομικό κύκλωμα χωρίς την ενεργή συμμετοχή του τραπεζικού συστήματος, μετά μάλιστα και την ψήφιση του προγράμματος Ηρακλής από την κυβέρνηση, όσον αφορά την εγγύηση μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών, με στόχο την χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και την ενίσχυση των επενδύσεων.

Πιθανότατα, η νέα χρονιά να είναι και η πρώτη περίοδος επανόδου του τραπεζικού συστήματος, μετά από μία δεκαετή κρίση στασιμότητας και προσαρμογής σε μία κατάσταση σημαντικά μειωμένης ρευστότητας, η οποία όμως επανέρχεται σταδιακά με την αύξηση των καταθέσεων στο σύστημα μετά και την άρση των capital controls.

Σε κάθε περίπτωση, οι προκλήσεις είναι πολλές και σύνθετες και απαιτούν μία ευρύτερη διακομματική συναίνεση και εθνική στρατηγική για να υλοποιηθούν αποτελεσματικά, καθώς οι διεθνείς συσχετισμοί και οι αστάθμητοι παράγοντες στην παγκόσμια σκακιέρα, μπορούν να πυροδοτήσουν μία νέα ύφεση, που ενδέχεται να σπρώξει ξανά την ελληνική οικονομία σε μία περίοδο τέλματος και στασιμότητας, αν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέτρα επάρκειας, αντιστάθμισης και ανταγωνιστικότητας.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

 

 

 

 

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας