Ενώ η Ελλάδα θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για κάθε ενδεχόμενο, η υπέρβαση ωστόσο της κρίσης με την Τουρκία και η προστασία της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να γίνει παρά με ειρηνικά μέσα όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Οι φωνές για στρατιωτικές λύσεις και άλλα ηχηρά παρόμοια είναι οι φωνές αφροσύνης που οδηγούν ευθέως στην καταστροφή. Ειδικότερα η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί με τρεις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες:

Πρώτον, επίλυση κυπριακού προβλήματος. Η μη επίλυση του κυπριακού προβλήματος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αιτίες για την όξυνση της κατάστασης στην Αν. Μεσόγειο (με την έκνομη δραστηριότητα της Τουρκίας στην ΑΟΖ της Κύπρου, κ.λπ.). Η επίλυση του Κυπριακού συνιστά επομένως μια σημαντική προϋπόθεση για το άνοιγμα της διαδικασίας εξομάλυνσης της κατάστασης. Και η επίλυση είναι ζήτημα σύντομης χρονικής διαπραγμάτευσης. Το πακέτο λύσης («πλαίσιο Γκουτέρες») είναι σχεδόν έτοιμο. Επομένως με την αναγκαία βούληση απ’ όλες τις πλευρές μέσα σε ελάχιστους μήνες μπορεί να υπάρξει δίκαιη και βιώσιμη λύση στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας (ΔΔΟ). Αρκεί να αποφευχθούν οι άσκοποι μαξιμαλισμοί απ’ όλους (και τη Λευκωσία). Βεβαίως το Κυπριακό δεν είναι θέμα ελληνοτουρκικής διαφοράς. Η Λευκωσία έχει την ευθύνη και όχι η Αθήνα (πέρα από την πτυχή της ασφάλειας).

Αλλά η Αθήνα μπορεί ενεργητικά να ενθαρρύνει τη Λευκωσία προς τη λύση, ιδιαίτερα τώρα μετά την τριμερή συνάντηση του Βερολίνου (25 Νοεμβρίου). Και εκεί θα κριθούν και οι προθέσεις της Αγκυρας.

Δεύτερον, προσφυγή στη Διεθνή Δικαιοσύνη (Χάγη).

Η Ελλάδα οφείλει να εμφανισθεί με μια ολοκληρωμένη πρόταση για την παραπομπή του θέματος των οριοθετήσεων θαλασσίων ζωνών με την Τουρκία στη Διεθνή Δικαιοσύνη ως του ενδεδειγμένου τρόπου ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Να παρουσιάσει την πρόταση αυτή στη διεθνή κοινότητα και να καλέσει την Τουρκία να συμπράξει στη σύνταξη του συνυποσχετικού για την προσφυγή αυτή. (Μονομερής προσφυγή όπως κάναμε στο παρελθόν δεν πρόκειται να καρποφορήσει). Εάν η Τουρκία αρνηθεί να συμπράξει, θα καταστεί έκθετη στη διεθνή κοινή γνώμη και θα βρεθεί κάτω από ισχυρές πιέσεις. Τελικώς και υπό κάποιες προϋποθέσεις θα συμπράξει.

Τρίτον, ειδική σχέση Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) – Τουρκίας. Καθώς η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ έχει μάλλον πεθάνει, θα πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία για τη σύναψη μιας ειδικής σχέσης (χωρίς κατ’ ανάγκη να εγκαταλειφθούν οι ούτως ή άλλως παγωμένες ενταξιακές διαπραγματεύσεις). Η Αθήνα οφείλει να αναλάβει τη σχετική πρωτοβουλία.

Η ειδική αυτή σχέση μπορεί να στηριχθεί στα ακόλουθα στοιχεία: (α) στον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης ΕΕ – Τουρκίας, θέμα που λιμνάζει εδώ και χρόνια, (β) στη σταδιακή και υπό προϋποθέσεις απελευθέρωση του καθεστώτος θεωρήσεων (visa), (γ) στον εκσυγχρονισμό του καθεστώτος για τους πρόσφυγες – μετανάστες μεταξύ Ενωσης – Τουρκίας και (δ) στη διάσταση της ασφάλειας. Υπάρχει μια εξαιρετικώς ενδιαφέρουσα δυνατότητα «να συνδεθεί η Τουρκία με το πλαίσιο αμυντικής πολιτικής της ΕΕ μέσω της μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας» (PESCO). Αλλά αυτή η σύνδεση μπορεί να γίνει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα ισοδυναμούν με ένα «νέο Ελσίνκι» προσαρμοσμένο στα σημερινά δεδομένα (αφού το αρχικό Ελσίνκι δεν καρποφόρησε πλήρως με ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ – 2004).

Υπάρχει, τέλος, ένα ζήτημα που πρέπει να μας προβληματίσει. Πόσο ρεαλιστικό είναι να συζητάμε – και σε ποιον χρονικό ορίζοντα – για αξιοποίηση / εκμετάλλευση των υποτιθέμενων ενεργειακών πόρων στο Αιγαίο υπό το φως των αποφάσεων (ΕΕ και όχι μόνο) για την απανθρακοποίηση των οικονομιών, αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και του γεγονότος ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων όσο και οι εμπορικές τράπεζες δεσμεύονται να μη χρηματοδοτούν projects για εξόρυξη ορυκτών καυσίμων;

Γράψτε το σχόλιο σας