Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (διάσκεψη κορυφής ΕΕ) της περασμένης εβδομάδας για το διαβόητο μνημόνιο-συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης είναι πολλαπλώς σημαντικά (αν και θα μπορούσαν να είναι και ακόμη ισχυρότερα).

Δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν είναι και τόσο μόνη όπως προσπαθούν να μας πείσουν ένας οιονεί λόχος αποστράτων (στρατηγοί, ναύαρχοι πτέραρχοι) και ορισμένοι άλλοι αναλυτές. Και δεν θα είμαστε μόνοι και σε περίπτωση εάν, ο μη γένοιτο, τα πράγματα ξεφύγουν από τον έλεγχο και κλιμακωθούν σε κάτι χειρότερο, σε θερμή σύγκρουση. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όχι μόνο καταδίκασε την έκνομη συμπεριφορά Τουρκίας και Λιβύης, αλλά κήρυξε και το διαβόητο μνημόνιο ως παράνομο, μη σύννομο με το Δίκαιο της Θάλασσας.

Αλλά και τα κράτη-μέλη της Ενωσης ατομικά (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ολλανδία κ.ά.) και χώρες εκτός Ενωσης (ΗΠΑ, Ρωσία, Αίγυπτος, Σερβία, Ισραήλ, κ.ά.) τοποθετήθηκαν ενάντια στο μνημόνιο. Πέρα όμως από τις φραστικές αυτές καταδίκες, μεγαλύτερη σημασία έχουν ίσως οι πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στα «ΝΕΑ» την περασμένη εβδομάδα, σύμφωνα με τις οποίες Γαλλία και ενδεχομένως Ιταλία «θα εμπλακούν με ναυτικές δυνάμεις» στην κόκκινη ζώνη του τουρκολυβικού μνημονίου.

Μια τέτοια «εμπλοκή» είναι ιδιαίτερα σημαντική και δηλωτική του τι μπορεί να συμβεί εάν η Ελλάδα ενεργοποιήσει το ισχυρότατο όπλο που έχει από τη Συνθήκη της Ενωσης σε περίπτωση που τα πράγματα φθάσουν στα άκρα. Να επικαλεστεί με άλλα λόγια τη «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής» που προβλέπεται στο άρθρο 42,7 της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη πολιτικά και κυρίως νομικά να συνδράμουν ένα άλλο κράτος που δέχεται «ένοπλη επιθετικότητα με όλα τα μέσα» – τεχνικά, διπλωματικά αλλά και στρατιωτικά. Η Ελλάδα δεν έχει ως γνωστόν προσφύγει στην εν λόγω ρήτρα, ενώ η Γαλλία έχει κάνει χρήση της μια φορά (2015 – μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις).

Η ένσταση που μπορεί να κατατεθεί είναι ότι εάν λάβει κάποιος υπόψη του την εμπειρία του Προσφυγικού-Μεταναστευτικού, δεν μπορεί να είναι πολύ αισιόδοξος ότι τα κράτη-μέλη πρόκειται να συνδράμουν την Ελλάδα. Και ενώ είναι σωστό ότι στο Προσφυγικό η Ενωση δεν επέδειξε την επαρκή αλληλεγγύη, η περίπτωση της ρήτρας είναι διαφορετική.

Μπορεί να μην ανταποκριθούν όλες οι χώρες-μέλη αλλά κάποιες απ’ αυτές και ίσως οι ισχυρότερες (Γαλλία Ιταλία, Ισπανία κ.ά.) δεν μπορούν και να γυρίσουν τη πλάτη. Στην περίπτωση του Μεταναστευτικού-Προσφυγικού η απροθυμία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το θέμα αυτό επηρεάζει άμεσα και διχάζει τις κοινωνίες. Αλλά πάντως η Ελλάδα δεν θα είναι και «εντελώς μόνη». Προσοχή όμως: κανένας δεν θέλει μια θερμή σύγκρουση με την Τουρκία.

Επομένως το γεγονός ότι δεν είμαστε μόνοι δεν θα πρέπει να μας εκτρέψει από προσπάθειες για την ειρηνική διευθέτηση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων για την προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη. Αλλος σώφρων δρόμος δεν υπάρχει. Και έχει ενδιαφέρον ότι αναλυτές που μέχρι πρόσφατα επιχειρηματολογούσαν υπέρ «άλλων λύσεων» (μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ κ.λπ), τώρα που τα πράγματα έσφιξαν, προσχωρούν στην άποψη ότι η προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη συνιστά μονόδρομο. Οπως και τελικά είναι. Μια πρωτοβουλία μας που θα είχε ως κύριο στοιχείο την προσφυγή στη Διεθνή Δικαιοσύνη θα συγκέντρωνε πολύ ευρύτερη διεθνή υποστήριξη.

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην πρεσβευτής-σύμβουλος ΥΠΕΞ

Γράψτε το σχόλιο σας