Παρότι είχαμε συνηθίσει να θεωρούμε τη Συμφωνία των Πρεσπών ως κάτι το δεδομένο, ένα θέμα όπου η αντιπαράθεση αφορούσε το εάν και κατά πόσο ήταν τότε θεμιτή η σύναψή της, έρχονται εξελίξεις που υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν πλευρές της εφαρμογής της συμφωνίας που παραμένουν ουσιωδώς διακυβευόμενες.

Μία από τις παρενέργειες που είχε το γαλλικό βέτο για την έναρξη ενταξιακών διαδικασιών για την Αλβανία και τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας ήταν ακριβώς ότι η μη έναρξη της διαπραγμάτευσης επηρεάζει και τους ρυθμούς εφαρμογής πλευρών της ίδιας της Συμφωνίας των Πρεσπών.

 

Η σύνδεση ενταξιακής διαδικασίας και εφαρμογής πλευρών της Συμφωνίας των Πρεσπών

Μια από τις σημαντικές πλευρές της συμφωνίας, δηλαδή η κατοχύρωση της νέας ονομασίας στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας, μέσα από την αλλαγή της ονομασίας σε όλα τα έγγραφα και υλικά που προορίζονται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση, εξαρτάται από τα βήματα στην ενταξιακή διαδικασία.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το άρθρο 1, παρ. 10, περ. β: «Η έκδοση των εγγράφων και υλικού που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία σύμφωνα με το Άρθρο 1(3) θα ξεκινά στο άνοιγμα κάθε διαπραγματευτικού κεφαλαίου της ΕΕ στο συναφές πεδίο, και θα ολοκληρώνεται εντός πέντε ετών από τότε».

 

Δείτε επίσης: Γιατί η Γαλλία μπλόκαρε τη Βόρεια Μακεδονία και γιατί υπάρχει κίνδυνος πολιτικής κρίσης

 

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι επειδή τα «κεφάλαια» των διαπραγματεύσεων αφορούν διαφορετικούς τομείς, που με τη σειρά τους αντιστοιχούν σε υπουργεία ή άλλους δημόσιους οργανισμούς της γειτονικής χώρας, η νέα ονομασία ως προς την εσωτερική χρήση θα κατοχυρωνόταν σταδιακά με βάση την πορεία της σχετικής διαπραγμάτευσης.

Τώρα με την έναρξη των ενταξιακών διαδικασιών να αναβάλλεται για ένα ασαφές μέλλον, είναι προφανές ότι η αντίστοιχα αναβάλλεται για το μέλλον και η έναρξη της αλλαγής της ονομασίας της γειτονικής χώρας στα αντίστοιχα εσωτερικά έγγραφα.

 

Τα προβλήματα από την πολιτική αστάθεια

Όμως, αυτή η καθυστέρηση δεν αποτελεί τον μόνο πονοκέφαλο για την ελληνική πλευρά. Υπάρχει και το πρόβλημα που θέτει για την πορεία της εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών η πολιτική αστάθεια στη γειτονική χώρα. Το πλήγμα που δέχτηκε η κυβέρνηση Ζάεφ από το γαλλικό βέτο οδήγησε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τον Απρίλιο και για υπηρεσιακή κυβέρνηση από τον Ιανουάριο.

Παρότι η ίδια η συμφωνία δεν τίθεται εν αμφιβόλω, εντούτοις υπάρχουν διαπραγματεύσεις που απαιτούν πολιτική βούληση και που δύσκολα θα συνεχιστούν πριν το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λειτουργία της επιτροπής για τα σχολικά βιβλία, που είναι ιδιαίτερα σημαντική ώστε από εδώ και πέρα οι μαθητές να διδάσκονται ιστορικά γεγονότα με λιγότερο βαθμό ιστορικής μυθολογίας.

Γιατί υπάρχει αντιπαράθεση για την ενταξιακή διαδικασία

Το γαλλικό βέτο δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία αλλά σε συνέχεια και προηγούμενων αντίστοιχων τοποθετήσεων της γαλλικής κυβέρνησης. Ο Εμανουέλ Μακρόν επιμένει ότι πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση να δει ξανά το θέμα της διεύρυνσης και ότι προηγείται το ζήτημα της εμβάθυνσης των ευρωπαϊκών θεσμών. Αυτή είναι μια τοποθέτηση που την έχει επαναλάβει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, η Γερμανία και ιδίως η Καγκελάριος Μέρκελ, όπως φάνηκε και από την υποστήριξη που έδωσε και στη Συμφωνία των Πρεσπών, φάνηκε να επιμένει περισσότερο στο θέμα της διεύρυνσης.

Η πραγματικότητα είναι ότι γύρω από το θέμα της διεύρυνσης υπάρχουν αρκετά μεγάλες διαφοροποιήσεις στην Ευρώπη και μετατοπίσεις από τη δεκαετία του 1990 όταν τέθηκε το ζήτημα για πρώτη φορά.

 

Το όραμα της διεύρυνσης και οι αντιδράσεις στην εφαρμογή του

Θυμίζουμε ότι η τότε ΕΟΚ και μετέπειτα ΕΕ όχι μόνο έθεσε το στόχο της ένταξης των «μετακομμουνιστικών χωρών» στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά ειδικά για τις χώρες που προήλθαν από τη διάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας ουσιαστικά ενίσχυσε τις αποσχιστικές τάσεις στο όνομα της μετέπειτα ένταξης. Πρακτικά το μήνυμα που στάλθηκε τότε ήταν ότι οι χώρες αυτές, παρότι ήταν σχετικά μικρά κράτη και με προβλήματα συνοχής, θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τα προβλήματά αυτά και να αποκτήσουν συνοχή και σταθερότητα μέσα από την ένταξη στους ευρωατλαντικούς θεσμούς.

Το πρώτο κύμα διεύρυνσης ήταν μεγάλο και ολοκληρώθηκε το 2004. Όμως, ήδη από τότε άρχισαν και οι αντιδράσεις. Οι νέες χώρες παρότι αποτέλεσαν ένα σημαντικό πεδίο επενδύσεων από τη μεριά των χωρών του «ευρωπαϊκού πυρήνα», όμως είχαν σημαντική απόσταση ως προς το επίπεδο μισθών αλλά και το συνολικό βιοτικό επίπεδο και απείχαν ως προς το «κοινωνικό κεκτημένο» σε πλευρές του θεσμικού πλαισίου.

Τα προβλήματα που προέκυψαν σταδιακά με την λειτουργία των θεσμών στην Πολωνία, την Ουγγαρία ή τη Ρουμανία ήταν από αυτή την άποψη ενδεικτικά. Το ίδιο ισχύει και για τη διαπίστωση αρκετά ενδημικών φαινομένων διαφθοράς.

Την ίδια στιγμή στην Δυτική Ευρώπη συνέχισε να αναπτύσσεται ένα αντιμεταναστευτικό ρεύμα, που το τροφοδοτούσε και η ανερχόμενη ακροδεξιά. Άλλωστε, οι χώρες της διεύρυνσης ήταν χώρες που είχαν σημαντική μετανάστευση προς τις χώρες της ΕΕ και συνέχισαν και μετά την ένταξη να έχουν πολίτες τους να μεταναστεύουν.

Έπειτα υπήρξαν και περιπτώσεις που η ΕΕ έμμεσα παραδέχτηκε ότι δεν ήθελε τη συγκεκριμένη διεύρυνση, έστω και εάν τυπικά επιμένει σε αυτή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Τουρκίας.

Η Τουρκία πρωτοέκανε αίτηση για ένταξη στην ΕΟΚ το μακρινό 1959 και βρίσκεται σε κάποιου είδους συζήτηση από το 1963, έχει τελωνειακή ένωση από το 1995, αναγνώριση ως υποψήφιο μέλος από το 1999 και τυπική ενταξιακή διαδικασία από το 2005.

Παρ’ όλα αυτά η διαδικασία είναι εδώ και αρκετά χρόνια «παγωμένη», όχι μόνο λόγω της μη πλήρους συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό πλαίσιο (παρότι συνεχίζει να κάνει τροποποιήσεις στο θεσμικό της πλαίσιο) αλλά – και μάλλον κυρίως – επειδή αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μάλλον δεν επιθυμούσαν την εισδοχή στην ΕΕ μια τόσο μεγάλης κατά βάση μουσουλμανικής χώρας.

 

Οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί

Όλα αυτά θα πρέπει να ιδωθούν και στο φόντο των εσωτερικών ανταγωνισμών της ΕΕ. Η Γαλλία, ιδίως μετά την άνοδο Μακρόν στην προεδρία, επιμένει πάρα πολύ στο άνοιγμα της κουβέντας για την εμβάθυνση και κατηγορεί τη Γερμανία ότι δεν θέλει να στηρίξει αυτήν την κουβέντα στον ίδιο βαθμό.

Άλλωστε, η διεύρυνση, ιδίως προς τα Δυτικά Βαλκάνια ήταν και μια κυρίως γερμανική πρωτοβουλία και αυτό επίσης μετράει σε τέτοιες επιλογές.

Επιπλέον, συνολικότερα η Γαλλία διεκδικεί έναν πιο αναβαθμισμένο ρόλο, ως όχι μόνο μια σημαντική οικονομία, αλλά και η μόνη χώρα του «ευρωπαϊκού πυρήνα» με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και πυρηνικά όπλα.

 

Το ερώτημα της βαλκανικής πολιτικής

Μέσα σε αυτό το φόντο οι χώρες που είναι σε ενταξιακή διαδικασία βλέπουν τις υποσχέσεις που τους δόθηκαν, σε διάφορες ιστορικές στιγμές μάλλον να μην τηρούνται, την ώρα που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά δικά τους εσωτερικά προβλήματα.

Αυτό με τη σειρά του υπενθυμίζει την ανάγκη για την ελληνική πλευρά να διαμορφώσει μια πολιτική για τα Βαλκάνια και τη σχέση με τις γειτονικές χώρες που να μην εξαρτάται από μια διαδικασία όπως η διεύρυνση, που ούτως ή άλλως και μακρά θα είναι και αρκετά αντιφατική, αλλά με βάση την εκτίμηση του ρόλου που πρέπει να παίξει η Ελλάδα στην ευρύτερη περιοχή.