Ο όρος «βαθύ κράτος» ήταν παλιά σημείο αναφοράς στην ελληνική δημόσια ζωή. Σήμερα, η χρήση του έχει ξεφτίσει. Στη δεκαετία της πτώχευσης είναι ερώτημα αν έχουμε κράτος και όχι απλώς νομαρχία στην Ελλάδα, πόσω μάλλον «βαθύ». Εχει παραλλαγές, αλλά η κεντρική ιδέα είναι ότι πίσω και κάτω από τη δημόσια ζωή υπάρχουν μηχανισμοί που κινούν τα νήματά της. Που λαμβάνουν και εφαρμόζουν αποφάσεις που η «επίσημη» πολιτική δεν θέλει ή δεν μπορεί να λάβει.

Κάτι σαν «μυστική αδελφότητα» που κατ’ άλλους προστατεύει τα συμφέροντα και τη λειτουργία της χώρας και κατ’ άλλους συνιστά ήττα της δημοκρατίας. Σήμερα είναι προφανές ότι η ιδέα του «βαθέος κράτους», που προέρχεται από τη μετεμφυλιακή περίοδο, ανήκει στη σφαίρα του φαντασιακού, όχι του πραγματικού. Αυτά, ως προς τη μυθιστορηματική πολιτικορομαντική διάσταση του όρου. Γιατί ως προς μία άλλη διάσταση, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο: το «βαθύ κράτος» φαίνεται πώς όχι απλώς είναι υπαρκτό, αλλά ζει και βασιλεύει…

Αν και δεν υπάρχει «βαθύ κράτος» που οι εκπρόσωποί του θα κλειστούν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και θα αποφασίσουν για τις τύχες όλων των άλλων (αυτή άλλωστε υπήρξε η δουλειά της τρόικας με το πολιτικό σύστημα σε ρόλο θαλαμηπόλου), φαίνεται να υπάρχει όταν κάποιες ομάδες αποφασίζουν για τις τύχες του… εαυτού τους.

Υπό αυτή την έννοια, «βαθύ κράτος» μπορεί να εννοηθούν οι ομάδες εκείνες που δεν τις πιάνει τίποτα: ούτε οι πτωχεύσεις, ούτε οι μεταρρυθμίσεις, ούτε οι εναλλαγές κυβερνήσεων είναι σε θέση να θίξουν τη λειτουργία και τα συντεχνιακά συμφέροντά τους. Ενα κλασικό παράδειγμα είναι κάποιοι από τους ισχυρούς επαγγελματίες συνδικαλιστές μεγάλων οργανισμών του Δημοσίου που δεν κουνάει τίποτα, ούτε τους ίδιους ούτε την εξουσία τους.

Ενα άλλο παράδειγμα, που δεν είναι γνωστό ή και διαβόητο όσο το προηγούμενο, έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον: είναι οι πανεπιστημιακοί καθηγητές στην πολιτική ζωή. Οπως κάθε άλλη Βουλή και κάθε άλλη κυβέρνηση έτσι και αυτές μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου έχουν στις τάξεις τους ουκ ολίγους εκπροσώπους του πανεπιστημιακού κόσμου.

Ως εδώ καλά. Εκεί που τα πράγματα χαλάνε είναι στο πώς αυτή η ομάδα έχει επιτύχει διαχρονικά και με πλήρη διακομματική συναίνεση να εξαιρέσει τον εαυτό της από βασικούς κανόνες που έχουν να κάνουν τόσο με την κοινή λογική όσο και με τη συνταγματικά επιβαλλόμενη ισότητα των πολιτών.

Οταν ένας πανεπιστημιακός μπαίνει στην πολιτική η θέση που αφήνει στα αμφιθέατρα μένει να τον περιμένει. Για πόσο; Για πάντα! Για δύο, για πέντε, για δέκα ή και για… είκοσι χρόνια: για όσο εκείνος εξακολουθεί να μπορεί να μένει στην πολιτική. Τόσο πολλή… ανάγκη τον έχει το, συνήθως ρημαγμένο, πανεπιστήμιο! Ποια άλλη ομάδα διαθέτει τέτοιο ασύλληπτο προνόμιο; Καμία. Σε ποια άλλη χώρα του πολιτισμένου κόσμου συμβαίνει κάτι αντίστοιχο; Πουθενά. Πανεπιστημιακός που θα περάσει τις πύλες της Βουλής ή του Υπουργικού Συμβουλίου κρατάει «καβάτζα» την προηγούμενη θέση και ιδιότητα συχνά επί δεκαετίες! Σε ποιο επάγγελμα μπορεί να συμβεί αυτό; Ουδέν. Και ορθώς. Μάλιστα, έτσι παράγεται και ένα «βαθύ κράτος» με την άλλη έννοια.

Δεν χρειάζεται να εξηγηθεί γιατί αυτό το εντελώς απαράδεκτο αναχρονιστικό φασίζων ουσιαστικά καθεστώς πρέπει κάποτε να τερματιστεί. Πρέπει, αν φυσικά εννοούμε ότι θέλουμε αληθινές μεταρρυθμίσεις εκσυγχρονισμού της χώρας. Και όχι απλώς εκείνες που μας βολεύουν ως εξουσία. Ιδού η Ρόδος…

Γράψτε το σχόλιο σας